Κείμενο υποδοχής

If I had to choose between music, dance or photography, I would choose all three, for I am enchanted with music, thrilled by dance and redeemed by photography!
Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη μουσική, το χορό και τη φωτογραφία, θα επέλεγα και τις τρεις τέχνες. Η μουσική με μαγεύει, ο χορός με ενθουσιάζει και η φωτογραφία με λυτρώνει!...

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

Το παράνομο Τυπογραφείο του ΕΑΜ και η θρυλική «Βικτώρια» κάτω απ΄ το σαλόνι.

Σοκ και δέος με την ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης «Βικτώρια».
Σοκ και δέος ένιωσα όταν πρωταντίκρυσα την «Βικτώρια», κατεβαίνοντας την κρυφή καταπακτή στο … σαλόνι του Βαγγέλη Μενεμενή, που σαράντα χρόνια παρέμενε κλειστή, σκεπασμένη μόνιμα με ένα χαλί, χωρίς να γνωρίζει κανένας, ούτε τα παιδιά του, ούτε ακόμα και η γυναίκα του, πως κάτω απ΄τα πόδια τους και σε βάθος δύο μέτρων υπήρχε το παράνομο τυπογραφείο του ΕΑΜ, όπου τυπωνόταν κατά κανόνα και μόνιμα η εφημερίδα του ΕΑΜ, «Ελεύθερη Ελλάδα» και «Απελευθερωτής» (όργανο του ΕΛΑΣ) και σποραδικά, φύλλα του «Ριζοσπάστη», έντυπα του ΚΚΕ, διάφορα έντυπα του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της Εθνικής Αλληλεγγύη.


Ήταν το μεγαλύτερο παράνομο Τυπογραφείο στην κατεχόμενη Ευρώπη. Έβγαιναν τεσσεράμισι με πέντε χιλιάδες φύλλα, τρεις φορές τον μήνα και οι χρεωμένοι σε αυτή τη δουλειά, δούλευαν από το πρωί ως το βράδυ, συνέχεια, από την Άνοιξη του 1942 μέχρι τον Οκτώβρη του 1944 που έφυγαν οι Γερμανοί, διατηρώντας, πάντα, όλους τους κανόνες της παρανομίας και προφύλαξης από περίεργα μάτια και «ευαίσθητα» αυτιά. Βλέπεις, η «Βικτώρια» έκανε ένα σχετικό θόρυβο. Έκτοτε, παρέμεινε κλειστό για σαράντα χρόνια.

Είχα την τύχη και την τιμή να κατέβω πρώτος την καταπακτή του,
το 1984, μετά από πρόσκληση του ΚΚΕ και να φωτογραφήσω τη θρυλική εκτυπωτική μηχανή «Βικτώρια» και τα άλλα σύνεργα, που όλα ήταν παραδομένα στη φθορά του χρόνου, όχι όμως, στη λήθη.

Με την ευκαιρία της ιστορικής επετείου από την ίδρυση (1941) του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), σας ξεναγώ, όχι στο σαλόνι της οικογένειας Μενεμενή αλλά, κάτω απ΄αυτό, σε έναν υπόγειο χώρο, δυο επί τρία μέτρα, όπου πρέπει να σκύψετε για να χωρέσετε. Με την έντονη μυρωδιά της μούχλας και με ένα κλεφτοφάναρο, προσέχοντας μην τσακιστώ κατέβηκα την απότομη σκάλα. Ρίγος και συγκίνηση ένοιωσα αντικρίζοντας την εκτυπωτική μηχανή, αραχνιασμένη μέσα στη σκόνη και δεξιά κι αριστερά τα κατάλοιπα της παράνομης και παράτολμης αυτής δουλειάς, τις στοιχειοθετημένες «σελίδες», τις μπροσούρες, τα κουπόνια, τις προκηρύξεις, ακόμα και αχρησιμοποίητο χαρτί.  Όλα είχαν την εικόνα της εγκατάλειψης, παραδομένα στην αδηφάγα υγρασία. Και μόνο στη σκέψη, πως εκεί μέσα δούλεψαν σαν τυφλοπόντικες σύντροφοι, αγνοώντας τους κινδύνους, με ένα υπέρμετρο θάρρος και τόλμη για μια ελεύθερη Ελλάδα, ριγώ.


Στο παράνομο τυπογραφείο, που είναι στην οδό Σκρα 31 και σήμερα λειτουργεί σαν μουσείο δούλεψαν, εκτός από τον ιδιοκτήτη Βαγγέλη Μενεμενή, ο Γιώργος Ελληνούδης και η γυναίκα του Καλλιόπη, ο Χρήστος Τζίμης και η γυναίκα του Ελένη, ο Νίκος Καλατζόπουλος, ο Τάκης Χατζής και ο Κώστας Βιδάλης (δημοσιογράφος) που ήταν προμηθευτής των υλικών. Υπεύθυνος για την παραλαβή και διανομή των εντύπων είχε αναλάβει ο εκτελεσμένος (1952) κομμουνιστής Μανώλης Λυγηρός (Λυγερός), ο «θείος» ή «παππούς» όπως τον αποκαλούσε η ομάδα, που υποδυόταν τον παλιατζή, καρβουνιάρη, μανάβη, κλπ., κουβαλώντας τσουβάλια ή τη χειράμαξά του. 

Τώρα θα μου πείτε, πώς μεταφέρθηκε εν μέσω των Γερμανών και των ρουφιάνων γερμανοτσολιάδων, η εκτυπωτική «Βικτώρια» στην οδό Σκρα. Ο Γ. Ελληνούδης με τον Β.
Μενεμενή σχεδίασαν τη δημιουργία του υπογείου και ο Κ. Βιδάλης είχε ήδη βρει την ηλεκτροκίνητη μηχανή «Βικτώρια», κάσες με τυπογραφικά στοιχεία, χαρτί κλπ., που ήταν καλυμμένα και αποθηκευμένα σε ένα υπόστεγο κτιρίου στα Χαυτεία. Η μεταφορά της μηχανής και των άλλων υλικών υπήρξε πολύ ριψοκίνδυνη περιπέτεια. Βρέθηκε καραγωγέας, με αμοιβή 500.000 δραχμές, για να μεταφέρει τη μηχανή και τα εξαρτήματα «αλευρόμυλου», όπως είπε στον καραγωγέα ο Γ. Ελληνούδης, αλλά χρειάστηκε και γερανός και τέσσερις φορτοεκφορτωτές για να φορτωθεί η «αλευρομηχανή». Το φορτίο έφθασε στο σπίτι της Σκρα και τοποθετήθηκε στο διάδρομο του σπιτιού. Ο καραγωγέας υποψιασμένος ότι δεν επρόκειτο για αλευρομηχανή απαίτησε επιπλέον 200.000 δραχμές, για να «ξεχάσει» αυτή τη μεταφορά. Το σπίτι σφραγίστηκε από φόβο μη μιλήσει ο καραγωγέας και παρακολουθούνταν από μακριά από τους Ελληνούδη - Μενεμενή σχεδόν ένα μήνα. Όταν εξέλειπε ο κίνδυνος κατέβασαν στην κατακόμβη τα υλικά και τη μηχανή και γρήγορα ο Χρήστος Τζίμης κατασκεύασε το παρκέ, με αδιόρατο από μη γνωρίζοντες άνοιγμα. Ο Β. Μενεμενής μετέτρεψε την ηλεκτροκίνητη «Βικτώρια» σε ποδοκίνητη και αργότερα σε χειροκίνητη, ώστε να γίνει τελείως αθόρυβη.


Ο Βαγγέλης Μενεμενής, κομμουνιστής και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης που χάθηκε απροσδόκητα από τροχαίο, το 2007, θυμάται:  «Ο Ελληνούδης με προέτρεψε να γίνω βοηθός του. Ο Κώστας Βιδάλης προμήθευσε τα υλικά. Ο Κώστας ήταν δημοσιογράφος στον "Ριζοσπάστη". Φορτώσαμε τα κιβώτια σε ένα τετράτροχο κάρο, τα μεταφέραμε εδώ, τα κλειδώσαμε και μετά από λίγες μέρες ξαναμπήκαμε μέσα - παρακολουθούσαμε στενά, γιατί υπήρχε ο φόβος των Γερμανών - και αρχίσαμε τη δουλιά.
Ο Γιώργος Ελληνούδης και η γυναίκα του Καλλιόπη κόψανε το πάτωμα, σκάψαμε το χώμα για να χωρούν δύο άνθρωποι. Το χώμα το ρίξαμε στο διπλανό δωμάτιο. Βάλαμε τις κάσες με τα στοιχεία, αλλά είχαμε πρόβλημα με το πιεστήριο. Δεν μπορούσαμε να σκάψουμε άλλο, γιατί δεν μπορούσαμε να βγάλουμε πολύ χώμα. Μετά σκεφτήκαμε να κατεβάσουμε το πιεστήριο κοντά στα θεμέλια του σπιτιού, σε σκαμμένη τρύπα, με λοστούς και σχοινιά - πολύ βαρύ..! Μετά εγώ ασχολήθηκα με τη συναρμολόγηση και ο Ελληνούδης φρόντισε να χτίσει τον τοίχο. Σε δέκα μέρες ήταν έτοιμο να λειτουργήσει το Τυπογραφείο.
Ο Ελληνούδης έφερε δυο στοιχειοθέτες, τον Χρήστο Τζίμη και τον Τάκη Χατζή, ο οποίος έκανε και τις διορθώσεις.

Υπεύθυνος για την ομάδα του Τυπογραφείου ήταν ο Νίκος Πλουμπίδης. Άρχισε η στοιχειοθεσία και έτσι ξεκίνησε να δουλεύει το Τυπογραφείο. Το πρόβλημα ήταν ότι το πιεστήριο έκανε μεγάλο θόρυβο. Έτσι τα κουζινέτα του πιεστηρίου τα αντικαταστήσαμε με ρουλεμάν και τύλιξα τα σίδερα με λάστιχο ποδηλάτου και έτσι έγινε το πιεστήριο σχεδόν αθόρυβο και ευκολότερο.

Με το φόβο να μην εντοπιστεί το επάνω μέρος της καταπακτής και άρα και το πιεστήριο, καθότι ήταν ο φόβος των γερμανοτσολιάδων που έψαχναν τα σπίτια, αποφασίσαμε να το καμουφλάρουμε. Ο Ελληνούδης έφερε με δεμένα μάτια για το παρκέ ένα φίλο. Ηταν ο Χρήστος Τζίμης. Εκείνη την εποχή, γίνονταν εντατικές προσπάθειες για τον εντοπισμό του Τυπογραφείου από τους Γερμανούς, αλλά λόγω του καμουφλάζ και των συνωμοτικών σχεδίων, του Ελληνούδη, δεν μπορούσαν να το εντοπίσουν…». 
Κείμενα: Χρήστος Ζουλιάτης
(Στοιχεία γι αυτή την ανάρτηση άντλησα από διάφορα δημοσιεύματα εφημερίδων και, κυρίως, από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης»).


Σήμερα θεωρείται ιστορικό διατηρητέο μνημείο και λειτουργεί ως Μουσείο Αντιστασιακού Τύπου.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Fofi Maniadaki / Φώφη Μανιαδάκη

FOFI MANIADAKI (pianist)
Fofi Maniadaki was born in Athens. She began her studies at Piraeus Conservatory, from which she graduated with honors as valedictorian. She has attended piano master classes in Greece and abroad and has performed in solo recitals and chamber music concerts in Athens.


Όταν ακούμπησε τα χέρια της πάνω στο κλαβιέ και τα δάχτυλα πηγαινοέρχονταν στα πλήκτρα του πιάνου, με άψογη τεχνική, μια εξαίσια μουσική απλώθηκε στο δωμάτιο, δημιουργώντας πλήθος εικόνων και συναισθημάτων μέσα μου. Μια ανάταση ψυχής με πλημμύρισε, όταν με ξεχωριστή πλαστικότητα και ρευστή μελωδική γραμμή ερμήνευσε το 2ο κονσέρτο του Ραχμάνινοφ. Μόλις που πρόλαβα να πατήσω το Rec της μηχανής και να καταγράψει μέρος από αυτές τις μουσικές στιγμές, που είχα την τύχη να τις ζήσω από κοντά και μάλιστα, ως μοναδικός ακροατής. Σας μιλώ για την φίλη Φώφη Μανιαδάκη, την πιανίστα που γνώρισα τυχαία πριν ένα χρόνο σε ένα ρεσιτάλ στον Πειραϊκό Σύνδεσμο και, ω τι σύμπτωση, καθόμουν στην ίδια θέση όπου, πολλά χρόνια πριν, στη φοιτητική μου διαδρομή, παρακολουθούσα τα μαθήματα της Α.Β.Σ.Πειραιά (σημερινό ΠΑ.ΠΕΙ).

Έκτοτε, η, ας πούμε, διαδικτυακή φιλία, έγινε πραγματική και μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα και άλλες δραστηριότητες της καλλιτεχνικής της ζωής και να δημοσιοποιήσω ένα μικρό βιογραφικό της.

Φώφη Μανιαδάκη
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε πιάνο στο Ωδείο Πειραιώς αποφοίτησε με Δίπλωμα και βαθμό ΑΡΙΣΤΑ ΠΑΜΨΗΦΕΙ και ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΑΜΨΗΦΕΙ. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Master Classesστην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, κοντά στους Constantin και Julia Ganev (Sofia Academy), Bernard Ringeissen (Conservatoire de Paris), ArboValdma (Cologne Academy), Άρης Γαρουφάλης (Ωδείο Αθηνών). Επίσης έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Παιδαγωγικής του Πιάνου με την καθηγήτρια της Ακαδημίας της Σοφίας Yvelina Ivantcheva. 
Έχει πραγματοποιήσει ατομικά ρεσιτάλ σε διάφορες αίθουσες (Ελληνοαμερικανική Ένωση, Φεστιβάλ δήμων, μουσικές σκηνές). Ασχολείται με την μουσική δωματίου, καθώς και συνοδεία τραγουδιστών λυρικών και έντεχνων, ενώ έχει παρουσιάσει σημαντικό μέρος ρεπερτορίου για δύο πιάνα. Εκτός από την ενεργή συμμετοχή σε σεμινάρια πιάνου, κάθε χρόνο μετά την απόκτηση του διπλώματος της μέχρι και σήμερα, έχει ασχοληθεί εντατικά για ένα χρόνο με μαθήματα Jazz πιάνου κοντά στον Γιώργο Κοντραφούρη. 
Ταυτόχρονα, από το 2009 συμμετέχει στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ωδείου Αθηνών κοντά στον Άρη Γαρουφαλή. Ταυτόχρονα συμμετέχει σε Jazz σύνολο, ενώ είναι βασικό μέλος, έχοντας και την μουσική επιμέλεια σε γυναικείο σχήμα πενταμελές, που πλαισιώνει δυο τραγουδίστριες της Λυρικής Σκηνής. Εδώ και εφτά χρόνια, ασχολείται με έντεχνο, Latin και ξένο ρεπερτόριο, με το οποίο έχει αποκτήσει μέσω πολυάριθμων συναυλιών την ικανότητα να παρουσιάζει ιδιαιτερότητα της σύγχρονης μουσικής. Στο ρεπερτόριο της, οι  σύνθετες νεορομαντικής και σύγχρονης μουσικής, είναι μέσα στις επιρροές της ως ιδιοσυγκρασία μουσικού.*
****

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Zeibekikos dance / Ζεϊμπέκικος χορός

Zeibekikos dance –The dateless sacred dance of Pan-Hellenes
“The relationship between zeibekikos and ancient Greece lies in that it is a war dance preparing the soul by reinforcing the morale of warrior from the inside, like a kind of prayer before entering the battle or before entering the struggle of life in everyday reality.
Because the one who steps up to dance makes a sort of prayer coming from himself without seeking applaud or approval by anyone. It’s like getting isolated and projecting himself in an excitement, a transformation, an elevation to space and time.
He moves his shoulder blades as if they were wings and oscillates. Every now and then he stumps his feet to make sure he’s not dreaming, that this is not in his imagination (although he induces himself to become an out-of-this world being) and from time to time he kneels and strikes the land with his hands or touches it to let its power to go through him, the power from his mother Earth, to continue this challenge in which he gets involved willingly to relax.
So, in the end he returns to his seat feeling relieved from the social depression that besets him. This dance is a motion transcendental meditation, in short a prayer.
Now let’s see the word zeibekos. The word “bekos” (βέκος & μπέκος in Greek) found in the Dictionary by Scarlatos Byzantios (Athens, 1852) as a Phrygian word and means “bread”. It is also found in arvanitic dialect as “bouk” (μπουκ), in modern Greek as “boukia” (μπουκιά), in the English “baker” and in the German “baken” which all have to do with millers and bread. The “zei” is another form of the word “Zeus” which means “Spirit of Life”. This indicates that it is a combination of “spirit” (zei-) and “body” (-bekos), a communion according to church. Spirit and matter together. Man is a coexistence of spirit and matter.”

Thanos Veloudios, collaborator of Angelos Sikelianos in the Delphic Festivities of 1927 and 1930. © Translation in English, Heliodromion Society, Athens, Greece






Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται. 
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε. Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:
Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι, ρίξε μια γλυκιά πενιά, σαν γεμίσω το κεφάλι, γύρνα το στη ζεϊμπεκιά. (Τσέτσης)
Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.


Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία. Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:
Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα του θανάτου η καμπάνα και για μένα. (Τσιτσάνης)
Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου, όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου. (Βαμβακάρης).
Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα, πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα. Είναι χορός μοναχικός.




Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα• αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει. 
Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός. Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων• είναι προσβολή γι’ αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.
Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας, είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ’ άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.



Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι’ αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.
Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.



Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει». Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.
Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει. Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.
Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.
Μπορεί και να γίνει έτσι.
Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο. Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.
ΠΗΓΗ:ΤΑ ΝΕΑ 14-9-2002
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ