Κείμενο υποδοχής

If I had to choose between music, dance or photography, I would choose all three, for I am enchanted with music, thrilled by dance and redeemed by photography!
Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη μουσική, το χορό και τη φωτογραφία, θα επέλεγα και τις τρεις τέχνες. Η μουσική με μαγεύει, ο χορός με ενθουσιάζει και η φωτογραφία με λυτρώνει!...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκή Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκή Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Zeibekikos dance / Ζεϊμπέκικος χορός

Zeibekikos dance –The dateless sacred dance of Pan-Hellenes
“The relationship between zeibekikos and ancient Greece lies in that it is a war dance preparing the soul by reinforcing the morale of warrior from the inside, like a kind of prayer before entering the battle or before entering the struggle of life in everyday reality.
Because the one who steps up to dance makes a sort of prayer coming from himself without seeking applaud or approval by anyone. It’s like getting isolated and projecting himself in an excitement, a transformation, an elevation to space and time.
He moves his shoulder blades as if they were wings and oscillates. Every now and then he stumps his feet to make sure he’s not dreaming, that this is not in his imagination (although he induces himself to become an out-of-this world being) and from time to time he kneels and strikes the land with his hands or touches it to let its power to go through him, the power from his mother Earth, to continue this challenge in which he gets involved willingly to relax.
So, in the end he returns to his seat feeling relieved from the social depression that besets him. This dance is a motion transcendental meditation, in short a prayer.
Now let’s see the word zeibekos. The word “bekos” (βέκος & μπέκος in Greek) found in the Dictionary by Scarlatos Byzantios (Athens, 1852) as a Phrygian word and means “bread”. It is also found in arvanitic dialect as “bouk” (μπουκ), in modern Greek as “boukia” (μπουκιά), in the English “baker” and in the German “baken” which all have to do with millers and bread. The “zei” is another form of the word “Zeus” which means “Spirit of Life”. This indicates that it is a combination of “spirit” (zei-) and “body” (-bekos), a communion according to church. Spirit and matter together. Man is a coexistence of spirit and matter.”

Thanos Veloudios, collaborator of Angelos Sikelianos in the Delphic Festivities of 1927 and 1930. © Translation in English, Heliodromion Society, Athens, Greece






Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται. 
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε. Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:
Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι, ρίξε μια γλυκιά πενιά, σαν γεμίσω το κεφάλι, γύρνα το στη ζεϊμπεκιά. (Τσέτσης)
Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.


Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία. Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:
Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα του θανάτου η καμπάνα και για μένα. (Τσιτσάνης)
Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου, όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου. (Βαμβακάρης).
Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα, πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα. Είναι χορός μοναχικός.




Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα• αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει. 
Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός. Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων• είναι προσβολή γι’ αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.
Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας, είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ’ άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.



Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι’ αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.
Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.



Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει». Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.
Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει. Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.
Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.
Μπορεί και να γίνει έτσι.
Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο. Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.
ΠΗΓΗ:ΤΑ ΝΕΑ 14-9-2002
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ






Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Have a little patience / Κάνε λιγάκι υπομονή / V.Tsitsanis

Have a little patience/Vasilis Tsitsanis
Translating these lyrics, is a humbling exercise in poetic futility: the sheer strength of each well chosen word, the utter simplicity of the expression, the raw lyricism, the boiling emotion, the
brutally honest allegory of this masterpiece by Vasilis Tsitsanis, written in the stormy year of 1948, is absolutely breath taking: far beyond being merely a wonderfully soothing song, it expressed the desperate cry of the Greek people in the middle of the civil war, their unending drama...world war II, triple occupation by the axis powers, famine, partisan wars and nazi reprisals, executions, followed after 1944 by a destructive civil war...the young men fighting on the mountains, the girls wasting their youth away waiting for them to return...all they wanted by then was some dim glimmer of hope, some ray of light, in the brutal darkness that was the dramatic 1940's for Greece...things would at some point get better...if they could only be a little bit patient!



Grigoris Bithikotsis, Kaiti Grey, Eleftheria Arvanitaki


Music:Vasilis Tsitsanis
Vocal: Grigoris Bithikotsis, Kaiti Grey, Eleftheria Arvanitaki

Don't fall in despair for he won'’t be late
at the crack of dawn he'll come by you
to beg from you a new love's beginning
be just a bit patient

Push the cloudy darkness away from your heart
and don’t lose your sleep sobbing all night
what if he is not in your cuddly arms as yet
he'’ll come one day, don'’t you forget that

Some sweet daybreak he'll awake you
and your love for each other will resurrect
a new love will bloom again
be just a bit patient


 


"Κάνε λιγάκι υπομονή"
Φωνογραφήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1948, τραγουδισμένο από τη Σωτηρία Μπέλλου με τη συνοδεία του  Βασίλη Τσιτσάνη. Τραγούδι-σύμβολο της Ελλάδας του Εμφυλίου,με αλληγορικές-για τον φόβο της λογοκρισίας-πλην όμως, σαφείς αναφορές. Ο Β. Τσιτσάνης, στην προσπάθειά του να περάσει κοινωνικοπολιτικά θέματα στη δύσκολη εμφυλιακή περίοδο και να ξεγελάσει τη λογοκρισία, χρησιμοποιούσε --όπως και οι περισσότεροι συνθέτες-- το θέμα της γυναίκας και του έρωτα. Το 1951, μαζί με χασικλίδικα όπως η «Δροσούλα» και «Της μαστούρας ο σκοπός» και άλλα «ύποπτα» για την εποχή τραγούδια, όπως το «Κάποια μάνα αναστενάζει» και το «Ως πότε πια τέτοια ζωή», περιελήφθη στον κατάλογο των «απαγορευμένων ασμάτων» που εξέδωσε τότε η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, προκειμένου να «προστατεύσει» «τη θρησκεία και τα Ελληνικά ήθη και έθιμα». Ισχυρή απόδειξη του πόσο συνδέθηκε η συγκεκριμένη ηχογράφηση με την εμπειρία εκείνων των χρόνων, αποτελεί η χρήση της ως ηχητικού ντοκουμέντου στο «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, για να «εικονογραφηθεί» το έτος 1951. Είναι από τα ελάχιστα  γνωστά τραγούδια που η Μπέλλου είπε σε πρώτη εκτέλεση αλλά, δεν τα επανέλαβε στη διάρκεια της δεύτερης καριέρας της (από το1966 μέχρι το τέλος).

Να σημειωθεί πως οι τότε χωροφύλακες και αστυφύλακες έσπασαν, με ιδιαίτερη μανία, πολλές εκατοντάδες πλάκες γραμμοφώνου με το τραγούδι αυτό. Ο ίδιος ο Τσιτσάνης στην αυτοβιογραφία του λέει: "Τότε, με τα τραγικά γεγονότα του εμφυλίου πολέμου ήταν πολύ πάντως τραγούδι που θα είχε και μια λέξη γύρω από την πολιτική ή τα γεγονότα της εποχής, δύσκολο να γράψεις εκείνο που ήθελες. Υπήρχε η λογοκρισία που δεν έδινε εύκολα άδεια για να γραμμοφωνήσεις τραγούδι. Εννοώ εκείνα που είχαν κατά τη γνώμη τους ύποπτους στίχους και έβλεπαν κάποια πολιτική σκοπιμότητα. Δεν μπορώ να ξέρω με τι σκεπτικό αποφάσιζαν, έπρεπε στα σίγουρα να το απορρίψουν. Τότε, το 1949, ή λίγους μήνες νωρίτερα, έγραψα μέσα στα άλλα, και ένα που του έβαλα αλληγορικά λόγια, ακριβώς από το φόβο της λογοκρισίας, αλλά η σημασία του φαίνεται καθαρά: «Μην απελπίζεσαι και δεν θ' αργήσει, κοντά σου θα 'ρθει μια χαραυγή, καινούργια αγάπη να σου ζητήσει, κάνε λιγάκι υπομονή...». Η πρώτη στροφή του τραγουδιού παραπέμπει στην «αναμονή» του αγωνιστή, που μπορεί να βρίσκεται στο βουνό, στη φυλακή ή στην εξορία, αλλά και στην αλληγορική του εκδοχή, στην «αναμενόμενη ειρήνη». Η δεύτερη στροφή, με το «διώξε τα σύννεφα» προτείνει τη «λύση», ενώ με την τρίτη δίνει την «ελπίδα για ειρηνική ζωή».



Στίχοι-Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου & Βασίλης Τσιτσάνης

Μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει
κοντά σου θα `ρθει μια χαραυγή
καινούργια αγάπη να σου ζητήσει
κάνε λιγάκι υπομονή

Διώξε τα σύννεφα απ’ την καρδιά σου
και μες στο κλάμα μην ξαγρυπνάς
τι κι αν δε βρίσκεται στην αγκαλιά σου
θα `ρθει μια μέρα μην το ξεχνάς

Γλυκοχαράματα θα σε ξυπνήσει
και ο έρωτας σας θ’ αναστηθεί
καινούργια αγάπη θα ξαν’ αρχίσει
κάνε λιγάκι υπομονή

About ''Rempetiko''
Rembetika music is the music of the Greek Underground. It originated in the hashish dens of Pireaus and Thessaloniki around the turn of the 20th century and was influenced by oriental
Vasilis Tsitsanis-Kaiti Grey
elements that came with the forced immigration of 2 million Greek refugees from Asia Minor. It gave way to Greek Popular Music ('Laika' in Greek) which used the same instruments in similar ways during the early 1950s. This page will give you a brief introduction to Rembetika music and hopefully inspire you to explore more deeply into it. 
If you are hearing music as you read this then you are in luck. This means you can click on the links to songs and hear them as well. The songs I have chosen are my favorites, some old rembetika, some new rembetika and some laika which is what rembetika metamorphosed into with influences from all other types of Greek music. I have used mostly later recordings of the songs because the sound quality is better and they are more likely to get you to go out and start your collection. If you have a high-speed connection you should be able to get these songs loaded pretty quickly. If you are on a dial-up don't bother. Just read the text.
Read more---> CLICK HERE

Greek Music: Rembetika Lyrics

Many non-Greek-speaking people who listen to Rembetika and Laika music from Greece find that they can enjoy it without knowing what the lyrics mean. But eventually people begin to ask what the songs are about. So rather than me sitting down with my trusty Greek-English dictionary and using my faulty Greek skills to try to translate words that in many places come from the heart and soul of the composer I asked three friends to do it for me. Dorian Kokas is well known as a facilitator who helps people cut through the Greek bureaucracy but he is also a well-known singer-songwriter-musician himself and performed in the group Agapanthos in the seventies. His partner in the group was Roulis Trifonas, also an old friend of mine and a fine musician and poet. Holly Kokas, Dorian's beautiful and very smart daughter is the third member of the group. I gave them a list of songs and asked them to translate them into English. Sorry I don't have the Greek lyrics. If you click on the titles you can hear the songs. Some of the lyrics were unclear and we had to guess at them.
Read more---> CLICK HERE

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Aφιέρωμα στο Βασίλη Τσιτσάνη / Tribute to Vassilis Tsitsanis

Vassilis Tsitsanis
Vassilis Tsitsanis (18th January 1915–18th January 1984) the greatest composer, versifier and a masterly craftsman of bouzouki of the early years of Greece.

He was born in Trikala from Inlanders. Tsarouhas, his father, had a mandoline with which he played almost exclusively thievish songs of his country. Those were the first hearings of little Vassilis along with the byzantine psalmodies which he heard in church. At the age of 11 he loses his father and only then does the mandoline fall in his hands. - which in the meantime has been converted into a bouzouki.
During his junior-high school years he also learns violin, taking part with it in local events. The bouzouki, however, even though it isn't worthly considered in the small local society, draws his attention more. He composes his first songs at the age of 15. In the ends of 1936 he comes to Athens in order to study Law.

He works in taverns in order to fill his income. In one of them he meets the singer Dimitri Perdikopoulo who takes him to a record company. He records for the first time in 1937, but the main part of his pre-war records is accomplished the following years. The "Arhontissa" is the most famous song he records then but with songs like "Na giati girnao", "Gia auta ta maura matia sou" and many more which are sung by Stratos Pagioumtzis, Stellakis Perpiniadis, Keromitis and Markos Vamvakaris find position in discography. With these songs Tsitsanis introduced a new form of the Popular song which interests a limited number of audience. With these songs he responses to censorship of the Metaxian dictatorship which forbids so much the songs of the rembetical marginals as the obvious eastern melodies...
Read more Official website of Vassilis Tsitsanis

"Συννεφιασμένη Κυριακή" (εισαγωγή)-Πρόλογος (από τον Β.Τσιτσάνη)-"Το μινόρε του Τσιτσάνη" (με τον Β.Τσιτσάνη στο μπουζούκι. Συμμετέχει ο Μ.Χιώτης, και πιθανόν, να παίζει κιθάρα με χορδές μπουζουκιού)


Βασίλης Τσιτσάνης
Μουσικός Αύγουστος 1983
Βασίλης Τσιτσάνης (18/1/1915 - 18/1/1984) ο μεγαλύτερος Έλληνας δημιουργός του λαϊκού τραγουδιού.
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα από γονείς Ηπειρώτες. Τσαρουχάς ο πατέρας του, είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά κλέφτικα τραγούδια της πατρίδας του. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία. Στα 11 χρόνια του χάνει τον πατέρα του και μόνον τότε πέφτει στα χέρια του το μαντολίνο - το οποίο στο μεταξύ έχει μετατραπεί από κάποιον ντόπιο οργανοποιό σε μπουζούκι.
Στα γυμνασιακά του χρόνια στα Τρίκαλα μαθαίνει παράλληλα βιολί, συμμετέχοντας με αυτό σε τοπικές εκδηλώσεις. Το μπουζούκι όμως, αν και χωρίς κοινωνική καταξίωση στη μικρή τοπική κοινωνία, τραβάει περισσότερο το ενδιαφέρον του. Τα πρώτα του τραγούδια τα γράφει σε ηλικία 15 χρονών. Στα τέλη του 1936 φεύγει από τα Τρίκαλα για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομικά. 

Θεοδωράκης-Τσιτσάνης Μουσικός Αύγουστος 1983
Για να συμπληρώσει τα έσοδά του δουλεύει παράλληλα σε ταβέρνες. Σε μια απ' αυτές γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο ο οποίος τον πηγαίνει σε μια δισκογραφική εταιρεία. Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια. Η "Αρχόντισσα" είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε αλλά μαζί μ' αυτό βρίσκουν θέση στη δισκογραφία τραγούδια όπως τα "Να γιατί γυρνώ", "Γι 'αυτά τα μαύρα μάτια σου" και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης. Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος Λαϊκού τραγουδιού το οποίο αποτείνεται στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το ρεμπέτικο τραγούδι που ενδιαφέρει ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών. Μ' αυτά απαντά στην λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. 

Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά. Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. "Αχάριστη", "Μπαξέ τσιφλίκι", "Τα πέριξ", "Νύχτες μαγικές", "Ζητιάνος της αγάπης", "Ντερμπεντέρισσα" και βέβαια τη "Συννεφιασμένη Κυριακή". Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί. Η δεκαετία 1945 - 1955 είναι ίσως η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι' αυτόν. Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του : τη Μαρίκα Νίνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. "Είμαστε αλάνια", "Πήρα τη στράτα κι έρχομαι", "Χωρίσαμε ένα δειλινό", "Τρελός τσιγγάνος", "Πέφτουν της βροχής οι στάλες", "Όμορφη Θεσσαλονίκη", "Αντιλαλούνε τα βουνά", "Κάνε λιγάκι υπομονή", "Φάμπρικες", "Πέφτεις σε λάθη", "Καβουράκια", "Κάθε βράδυ λυπημένη", "Ξημερώνει και βραδιάζει", "Έλα όπως είσαι", είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του γι' αυτή την περίοδο. Κι ίσως θα έπρεπε να σημειώσουμε τόσο το μελωδικό πλούτο, όσο και τη δεξιοτεχνία στην απόδοση πολλών απ' αυτά τα τραγούδια. Χαρακτηριστικές οι εισαγωγές τους - που κάποτε είναι...τρείς : ταξίμι, προεισαγωγή, εισαγωγή - δείγματα ιδιαίτερης σπουδής και απίστευτης ευχέρειας στη μελωδική έκφραση.
Καθώς, μετά τα μέσα της δεκαετίας του '50, το σκηνικό στο λαϊκό τραγούδι πλατιάς αποδοχής αλλάζει και κυριαρχούν κάποιες αραβικές ή και ινδικές επιρροές, ο Τσιτσάνης προσπαθεί να εγκλιματιστεί χωρίς να εγκαταλείψει το προσωπικό του ύφος. Το ίδιο κάνει και σε επόμενες εποχές που η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αλλάζει ξανά......

......Το 1984, ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του (18 Ιανουαρίου), πεθαίνει στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου ύστερα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και 24 μέρες πριν εμφανιζόταν κανονικά σε κέντρο και δούλευε καινούργια τραγούδια...
Διαβάστε περισσότερα στην επίσημη ιστοσελιδα του Βασίλη Τσιτσάνη

''Συννεφιασμένη Κυριακή''-Ε.Μπουντούνης & Μ.Ραζή


Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, Βασίλης Τσιτσάνης
 Του Γιώργου Παπαχρίστου, Τορόντο, Καναδάς
Δημοσίευση στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ"

Ήταν και οι δυο τους φτωχόπαιδα από πολυμελείς οικογένειες από την περιφέρεια. Τα παιδικά τους χρόνια όχι και τόσο ευχάριστα. Φτωχικά για τον Βασίλη Τσιτσάνη, δραματικά και τραυματικά για τον Λούντβιχ Μπετόβεν. Ο Βελγικής καταγωγής παππούς του Μπετόβεν, Λουί, μετακόμισε στη Βόννη όπου διορίστηκε μουσικός στην αυλή του Εκλέκτορα. Ο Πατέρας του Τσιτσάνη μετακόμισε στα Τρίκαλα από την Ήπειρο γιατί είχε περισσότερη δουλειά ως τσαγκάρης τσαρουχάς.
Στα 14-15 χρόνια τους, ο Λούντβιχ Μπετόβεν έπαιζε τσέλο στην ορχήστρα του Εκλέκτορα της Βόννης ενώ ο Βασίλης Τσιτσάνης έπαιζε βιολί με το “Τρίο Μπαρόνι” στους βουβούς κινηματογράφους των Τρικάλων, . Στα 21 τους χρόνια έφυγαν από τη γενέτηρά τους για σπουδές και το μεγάλο ταξίδι της ζωής τους. Ο Μπετόβεν εγγράφεται στο φιλολογικό τμήμα του πανεπιστημίου της Βόννης αλλά μετά από μερικά μαθήματα το εγκαταλείπει και φεύγει για τη Βιέννη για να βελτιώσει τις μουσικές του γνώσεις.......

.......Σύγκριση του έργου των δύο μεγάλων δημιουργών δεν μπορεί να γίνει αλλά μόνο ένας ελεύθερος και συγκρατημένος παραλληλισμός που ξεκινάει από την παρουσία τους στην τέχνη σε διάφορα ηλικιακά στάδια της ζωής τους αλλά και τη στάση τους απέναντι στα μεγάλα προβλήματα της εποχής τους, μέχρι το βαθμό και την διάρκεια της επιρροής που είχαν στους συγχρόνους αλλά και έχουν ακόμη στους μεταγενέστερους δημιουργούς, ο μεν Βασίλης Τσιτσάνης στον κόσμο του Ελληνισμού ο δε Λούντβιχ Μπετόβεν σε οικουμενικό επίπεδο.
Εμείς είμαστε οι τυχεροί αποδέκτες των επαναστατικών μουσικών δημιουργιών τους που σκάλισαν ο μεν ένας επάνω στα κλειδιά του πιάνο και ο δε άλλος στην ταστιέρα του ταπεινού και περιφρονημένου ως τότε μπουζουκιού.
Ολόκληρο το άρθρο  ΕΔΩ 

"Νυχτερινό παλιού πάθους" Πρόκειται για το τραγούδι "Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ" διασκευασμένο από τον Στ.Ξαρχάκο. Το αποκορύφωμα της ενορχήστρωσης! (περιέχεται στο δίσκο "Τσιτσάνη διάλογοι". Αξίζει να τον αποκτήσετε)

"Όταν χόρευε η Φρίντα" Πρόκειται για το τραγούδι "Τρικαλινή τσαχπίνα" διασκευασμένο από τον Στ.Ξαρχάκο (περιέχεται στο δίσκο "Τσιτσάνη διάλογοι")



Απόσπασμα από την ομιλία του ΜΑΝΟΥ  ΧΑΤΖΗΔΑΚΙ στα Ανώγεια της Κρήτης τον Αύγουστο του 1981
 "… όσο για τον Τσιτσάνη με τα τραγούδια του οποίου θα τελειώσει η αποψινή συναυλία όλοι σας ξέρετε το όνομα του.
Μα είμαι βέβαιος πως πολλοί λίγοι από εσάς γνωρίζετε τη μυθολογία του και αληθινή σημασία των τραγουδιών του.
Γιατί ο Τσιτσάνης παιδί των υπόγειων ρευμάτων , της μαγκιάς και της ρεμπετοσύνης,  έχοντας μια βυζαντινή παιδεία από την ψαλτική που έκανε στο χωριό του ξάπλωσε απ΄ άκρου εις  άκρον σε όλη τη χώρα έναν ευαίσθητο ερωτισμό. Ερμήνευσε την τάση για φυγή που διαπερνούσε τον ελληνισμό «θα πάω εκεί στην αραπιά» όταν και το ταξίδι μες τη χώρα ήταν αδύνατο.
Κι όταν η χώρα μας ακριβώς επιχειρούσε την αυτογνωσία της, ο Τσιτσάνης πρωτοτραγούδησε το ανικανοποίητο των Ελλήνων εφήβων :

Κουράστηκα για να σε αποχτήσω Αρχόντισσα μου μάγισσα τρελή

Και αυτά με τη θρησκευτικότητα ενός διασωσμένου βυζαντινού μέρους.
Ο Τσιτσάνης υπήρξε μεγάλος, τον καιρό που δεν υποπτευόταν πως ήταν μεγάλος".

"Θα πάω εκεί στην Αραπιά" σε διασκευή του Μ.Χατζιδάκη από το δίσκο "Ο σκληρός Απρίλης του '45"


Ο Ντίνος Χρισταινόπουλος έγραψε:
Κανείς δεν μίλησε για τις γυναίκες όπως αυτός. Τις αγάπησε και τις αποκάλεσε: μάγισσες, τρελές, αχάριστες, ψεύτρες, σκληρόκαρδες, σατράπισσες, δαιμονισμένες, παλιοκόριτσα, κακούργες, μαύρες ψυχές, ασυλλόγιστες, μπαμπέσες, παμπόνηρες, σκάρτες, μαγκιόρες, αλλά και αρχόντισσες, μαργιόλες, φίνες, μεθυστικές, μποέμισσες, τσαχπίνες, γόησσες, νοστιμούλες, πεταχτές, κουκλίτσες, λάγνες, ερωτιάρες, ονειρεμένες, νεράιδες, αγαπούλες. Έγραψε τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», τον «εθνικό ύμνο των Νεοελλήνων», αλλά και την «Αρχόντισσα», που είναι εμβληματικό τραγούδι στην ιστορία του λαϊκού μας τραγουδιού.
Συνέχεια εδώ (Ως3)

"Αχάριστη" με την Ι.Γεωργακοπούλου, Στ.Περπινιάδη και Β.Τσιτσάνη (πρώτη εκτέλεση)

"Σεράχ" με την Π.Πάνου, Μαραγκόπουλο και Τσίγκο (Ζωντανή ηχογράφηση σε διασκευή Στ.Ξαρχάκου από το "Αμήν Αμάν")

"Γκιουλ Μπαχάρ" με τη Μ.Σουλτάτου, Μαραγκόπουλο και Τσίγκο (Ζωντανή ηχογράφηση σε διασκευή Στ.Ξαρχάκου από το "Αμήν Αμάν")

"Αρχόντισα" με τον Στρ.Παγιουμτζή και  Στ.Περπινιάδη (πρώτη εκτέλεση)

Η Αριστούλα Ελληνούδη έγραψε:
Ο Τσιτσάνης δεν είχε στόφα ήρωα. Τις ηρωικές πράξεις τις θαύμαζε στους άλλους. Λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί από τη Θεσσαλονίκη έγραψε δυο τραγούδια - ύμνους για την αντίσταση, που όπως είπε ο ίδιος, κάπου κάπου τα παίζανε στο μαγαζί. Άλλοι λένε πως ήταν παραγγελία από το ΕΑΜ και άλλοι πως τον πίεσαν αντάρτες του ΕΛΑΣ όταν ήταν στην Πύλη Τρικάλων, τον Ιούνιο του 1943», σημειώνει ο συγγραφέας του βιβλίου και παραθέτει γραπτή μαρτυρία του Τσιτσάνη: «Τραγούδια, όπως λένε "αντιστασιακά " έγιναν στα βουνά. Εγώ έχω γράψει δύο τέτοια, ένα για τους αντάρτες και ένα επαναστατικό, όταν πλησιάζαμε στην απελευθέρωση. Αυτό για τους αντάρτες σε ρυθμό χασάπικο 2/4, το δε επαναστατικό είναι μαρς. Αυτά τα έγραψα την τελευταία χρονιά, πριν την απελευθέρωση και τα τραγουδούσαμε εν κλειστώ κύκλω».
Συνέχεια εδώ(Ως3) 

"Οι φάμπρικες" με τον Στρ.Παγιουμτζή, Μ.Νίνου και Β.Τσιτσάνη (πρώτη εκτέλεση)

"Κάνε λιγάκι υπομονή" Εκπληκτική ερμηνεία από τον Γρ.Μπιθικώτση και την Κ.Γκρέϋ(δεν κυκλοφορεί σε δίσκο)

Η Μαρίζα Κωχ είπε: « Αν είσαι τραγουδιστής, λέγοντας τα τραγούδια του Τσιτσάνη, μεθάς, αποκτάς συνείδηση του ιδιαίτερου βάρους που έχει η τέχνη σου σ’ αυτή τη χώρα. Αν είσαι ακροατής των τραγουδιών του Τσιτσάνη, χορεύεις, αφού δεν μπορείς να πετάξεις».

Δείτε από το αρχείο της ΕΡΤ ΕΔΩ και ΕΔΩ

Συννεφιασμένη Κυριακή με την Μελίνα Μερκούρη (Στίχοι: Β.Τσιτσάνη-Αλ.Γκούβαρη)


"Συννεφιασμένη Κυριακή" Η πρώτη αυθεντική ηχογράφιση με τον Πρ.Τσαουσάκη και τη Σωτηρία Μπέλλου


Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου, που έχει πάντα συννεφιά, Χριστέ και Παναγιά μου.
Όταν σε βλέπω βροχερή, στιγμή δεν ησυχάζω. Μαύρη μου κάνεις τη ζωή και βαριαναστενάζω.
Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή, που ‘χασα την χαρά μου. Συννεφιασμένη Κυριακή, ματώνεις την καρδιά μου.

Overcast Sunday, you resemble my heart that's always cloudy, Christ and Holy Mary.
 When I see you rainy, I can't rest for a moment. You dull my life, and I sigh heavily.
 On a day like this I lost my joy. Overcast Sunday, you bleed my heart.

Domingo nublado, Te pareces a mi corazón Que tiene siempre nubes, Cristo mío y Virgen mía.
Cuando te veo lluvioso, No estoy tranquilo un momento. Me haces negra la vida, Y suspiro con pesadez.
Eres un día como este, En el que perdí mi alegría. Domingo nublado, Haces sangrar mi corazón.

"Βράσε τη ρούμπα και το σουίνγκ" Άγνωστο τραγούδι του Τσιτσάνη. 
Τραγουδούν Τσαουσάκης, Τσιτσάνης, Βαμβακάρης


Τα ωραία του Τσιτσάνη/Ta orea tou Tsitsani