Κείμενο υποδοχής

If I had to choose between music, dance or photography, I would choose all three, for I am enchanted with music, thrilled by dance and redeemed by photography!
Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη μουσική, το χορό και τη φωτογραφία, θα επέλεγα και τις τρεις τέχνες. Η μουσική με μαγεύει, ο χορός με ενθουσιάζει και η φωτογραφία με λυτρώνει!...

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Ο "κύριος Elite" - Τάσος Κουτσούκος

"Έφυγε" ο «κύριος Elite» (1915-2011)

Απεβίωσε ο παλαίμαχος φωτογράφος Τάσος Κουτσούκος.
Έκλεισε ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής φωτογραφίας.
«Έφυγε» από κοντά μας, την Τρίτη 3 Μαΐου, ο μεγαλύτερος σε ηλικία και
βεβαίως ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες πορτρετίστες φωτογράφους,
ο ‘‘Elite’’. Έτσι υπέγραφε, χειρόγραφα, όλες τις φωτογραφίες του στην όψη και έτσι
τον προσφωνούσαν όλοι όσοι τον γνώριζαν. Δεν θ’ ανοίξει το ιστορικό πλέον,
φωτογραφείο/στούντιο “Φωτο Elite” επί της οδού Θήρας 2 στην Κυψέλη,
όπου ήταν καθημερινά παρών εδώ και 62 χρόνια.
Ο Τάσος Κουτσούκος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1915 και ήταν
ο μικρότερος από τα πέντε αδέλφια του.  Ήταν πλασμένος να ενσαρκώνει τον ρόλο
τον οποίο πλούτιζε μέχρι το τέλος της ζωής του και να διαγράψει μία φωτεινή τροχιά
στο στερέωμα της καλλιτεχνικής φωτογραφίας. Σε ηλικία οκτώ χρονών τον πήγε
ο μεγάλος αδελφός του να εργαστεί, για την καλοκαιρινή περίοδο, σε ένα από τα
γνωστότερα στούντιο φωτογραφίας της Πόλης, των Σεμπάχ & Ζοαγιέ (Sebah &
Joallier), που ήταν στο Ταξίμ. Φοίτησε και στο Γαλλικό σχολείο, από το οποίο τον
σταμάτησαν οι δικοί του, διότι οι Γάλλοι είχαν αντιληφθεί το ιδιαίτερο ταλέντο του
μικρού Τάσου και πρότειναν να τον σπουδάσουν με δικά τους έξοδα στο Παρίσι με
την προϋπόθεση να προχωρήσει στον καθολικισμό.
   Μεγάλο όνειρο του ήταν να γίνει πιανίστας, όμως η ζωή
δεν του έδωσε αυτή την ευκαιρία, παρ’ ότι είχε όμορφα χέρια
αληθινού καλλιτέχνη. Το 1930 έρχεται όλη η οικογένειά του στην
Αθήνα και πιάνει δουλειά στο στούντιο του Ιωάννη Ξανθάκη, που
τότε στεγαζόταν στην οδό Ευαγγελιστρίας 16 και μετέπειτα στην
οδό Σταδίου 7. Από τον Ξανθάκη “κλέβει” την φωτογραφική
τέχνη, όπως την είχαν εξελίξει οι μεγάλοι πορτραιτίστες
φωτογράφοι του παρελθόντος, τέχνη και τεχνικές τις οποίες
διατήρησε και πλούτισε μέχρι το τέλος της ζωής του.
     Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο υπηρετεί στο μέτωπο ως έφιππος
ταχυδρόμος. Κατά την περίοδο της κατοχής για τις ανάγκες της
επιβίωσης, εργάζεται για ένα διάστημα, ακόμη και σαν βοηθός
υδραυλικού. Μετά του 1945 αναλαμβάνει την λειτουργία του
φωτογραφείου, λόγω θανάτου του Ξανθάκη. Την περίοδο αυτή
παντρεύεται την γυναίκα του Ειρήνη, αποκτώντας δύο παιδιά.
    Το 1949 ενοικιάζει με ένα συνέταιρο τον χώρο της Θήρας 2, ο
οποίος είχε κατασκευαστεί ως είσοδος θερινού κινηματογράφου,
ο οποίος δεν λειτούργησε τελικά. Αυτό το μικρό στούντιο έμελλε
να γίνει όλος ο κόσμος του, μαζί με την οικογένειά του.
    Με την πάροδο του χρόνου γίνεται γνωστός για την άψογη
τεχνική του και τον χαρακτήρα του. Έτσι έχει πελάτες τα
περισσότερα θέατρα πρόζας, της εποχής εκείνης. Επίσης έχει την
αποκλειστικότητα σαν φωτογράφος στο Εθνικό Θέατρο και στο
Θέατρο Τέχνης, την περίοδο άνθισης του θεάτρου στην Ελλάδα.
Επίσης, από το στούντιο αυτό πέρασαν πολλές γενιές Αθηναϊκών
οικογενειών για να φωτογραφηθούν.
 Ήταν περιζήτητος επαγγελματίας, αλλά λόγω χαρακτήρα
ζούσε έξω από κυκλώματα στον κόσμο του δημιουργικού του
ατελιέ. Έστω κι έτσι διατήρησε φιλικές σχέσεις με πολλούς από
τους καλλιτέχνες που φωτογράφισε κατά καιρούς, όπως με τον
Κάρολο Κουν, τον Δημ. Χατζημάρκο, την Σοφία Βέμπο, την Ελένη
Ζαφειρίου, τον Κώστα Μουσούρη, τον Βασίλη Λογοθέτη, τον
Κώστα Χατζηχρήστο, τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τον Νικηφόρο
Νανέρη, την διεθνούς φήμης υψίφωνο Μαρκέλλα Χατζιάνο,
τον Ανδρέα Βουτσινά και πολλούς άλλους.
    Υπήρξε φωτογράφος με πολύ γρήγορο μάτι, αισθαντικός
κατά την φωτογράφιση και επικοινωνούσε απόλυτα με τους
ανθρώπους που φωτογράφιζε. Στον σκοτεινό θάλαμο, όπου
αγαπούσε να μένει πολλές ώρες, έκανε θαύματα με τις τεχνικές
που εφάρμοζε, τυπώνοντας ασπρόμαυρες αλλά και έγχρωμες
φωτογραφίες του για όλες τις δουλειές που αναλάμβανε.
Έφτιαχνε πολύ όμορφες φωτογραφίες με ζωγραφικές επεμβάσεις
επάνω σ’ αυτές, καθώς και τα άλμπουμ των γάμων και των βαφτί-
σεων. Τα φάκελα που έβαζε τις φωτογραφίες ήταν όλα φτιαγμένα
από τα χέρια του. Σαν άνθρωπος, όπως τον γνώρισα, είχε μία
ευγενική γλυκύτητα στην επικοινωνία με τους ανθρώπους, βαθιά
αίσθηση του χιούμορ, υπερηφάνεια και τιμούσε τις επαγγελμα-
τικές και προσωπικές σχέσεις του στο ακέραιο, έστω κι αν έχανε
πολλές φορές χρήματα, τα οποία δεν τα υπολόγιζε, πέρα απ’ τις
ανάγκες του. Καλό ταξίδι, φίλε Τάσο...
ΒΑΣΙΛΗΣ Δ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
Νίκαια – 4 Μαΐου 2011 
       

Προσωπικά, δεν τον είχα γνωρίσει ποτέ μου. Τον ήξερα μόνο από τη δουλειά του και την ... υπογραφή του(!).  Όταν ξεκίνησα κι εγώ την καριέρα μου, αυτός ήταν ο καταξιωμένος φωτογράφος μαζί με τον Κώστα Τσέλιο, τον Χατζηαριστείδη τον Καραπατσόπουλο, τον Τσαγκρή κ.ά. Περνούσα έξω από το στούντιό του και χάζευα τους καλλιτέχνες που είχε στη βιτρίνα. Μαθαίνω πως ήθελε να γίνει πιανίστας αλλά τον κέρδισε η φωτογραφική τέχνη. Του αφιερώνω, λοιπόν, ένα μουσικό κομμάτι για "καλό ταξίδι".

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Michel Camilo




Ο Michel Camilo γεννήθηκε το 1954, στο Σάντο Ντομίνγκο της Δομινικανής Δημοκρατίας. Προέρχεται από οικογένεια μουσικών ή, τέλος πάντων, το οικογενειακό περιβάλλον είχε  σχέση με τη μουσική με τον άλφα ή βήτα τρόπο. Ξεκίνησε με ακορντεόν και συνέχισε με πιάνο.  Γοητευμένος με τη μουσική από την παιδική ηλικία, έγραψε το πρώτο του τραγούδι στην ηλικία των πέντε ετών, στη συνέχεια φοίτησε για 13 χρόνια στο Εθνικό Ωδείο. Στα 16 του, έγινε μέλος της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας στη χώρα του και σήμερα, στα 57 του, έχει γίνει μια εξέχουσα μορφή που έχει κατακτήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Καραϊβική, την Ιαπωνία και την Ευρώπη. 

Official Biography  Pianist and composer Michel Camilo was born in Santo Domingo, Dominican Republic, in 1954. Fascinated with music since childhood, he composed his first song at the age of five, then studied for 13 years at the National Conservatory. At 16, he became a member of the National Symphony Orchestra.
Seeking to expand his musical horizons, he moved in 1979 to New York, where he continued his studies at Mannes and Juilliard School of Music. His composition Why Not? was recorded by Paquito D'Rivera as the title tune for one of his albums, and The Manhattan Transfer won a Grammy Award for their vocal version in 1983. His first two albums were titled Why Not? and Suntan/In Trio.
Camilo made his Carnegie Hall debut with his trio in 1985. Since then, he has become a prominent figure performing regularly in the United States, the Caribbean, Japan and Europe. December 1987 marked his debut as a classical conductor when the National Symphony Orchestra of the Dominican Republic invited him to conduct a recital featuring the works of Rimsky-Korsakoff, Beethoven, Dvorak and Camilo’s own composition, The Goodwill Games Theme, which won an Emmy Award. That year, he became the musical director of the Heineken Jazz Festival in his native Dominican Republic, a post he held through 1992.
November of 1988 marked his debut on a major record label with the release of his self- titled album, Michel Camilo (Sony). The album became an instant success and held the top jazz album spot for ten consecutive weeks. His next recording, On Fire, was voted one of the top three Jazz Albums of the Year by Billboard, and 1990s On the Other Hand was a top-ten jazz album. All three releases reached the number-one position in radio airplay.
Camilo’s list of compositions, recordings and other achievements throughout the '90s is vast. His composition Caribe was recorded by pianists Katia and Marielle Lebeque, and by the legendary Dizzy Gillespie, in 1991. His Rhapsody for Two Pianos and Orchestra, commissioned by the Philharmonia Orchestra, premiered a year later at the Royal Festival Hall. In 1993, Gavin and Billboard magazines picked his Rendezvous as one of the top jazz albums of the year.
Camilo performed a series of piano recitals in 1996 as part of Copenhagen’s Cultural Capital of Europe celebration, and also debuted at the Kennedy Center for the Performing Arts in Washington, DC, and Carnegie Hall in New York. That same year, he performed in Israel, Spain, Mexico, Dominican Republic and Switzerland, where he debuted at Zurich’s prestigious Tonhalle concert hall as part of the Jazz Piano Masters series.
He served as co-artistic director in 1998 for the first Latin-Caribbean Music Festival at the Kennedy Center, which featured performances by his trio and big band, as well as the world premiere of his Piano Concerto with the National Symphony Orchestra conducted by Leonard Slatkin. The following year, he toured with Cuban jazz pianist Chucho Valdes, and debuted with the Cleveland Symphony Orchestra.
In addition to compiling an extensive discography and maintaining a rigorous performance schedule, Camilo has composed and recorded a number of Spanish film scores over the years, and holds honorary degrees from his alma mater, Universidad Autonoma de Santo Domingo, and UTESA University of Santiago, Dominican Republic (he’s the youngest person to ever receive the distinction from the latter school). In 1992, he was named a Knight of the Heraldic Order of Christopher Columbus by the Dominican Government.
At the turn of the millennium, his 2000 Verve release, Spain, with guitarist Tomatito, won Best Latin Jazz Album in the first-ever Latin Grammy Awards. Camilo also performed in a trio concert in 2000 presented by the New Jersey Chamber Society with special guest Paquito D'Rivera.
In 2001, Camilo appeared on the soundtrack CD for the acclaimed Latin jazz film Calle 54, directed by the Oscar-winning Spaniard Fernando Trueba. In addition to his activities as a composer and pianist, Camilo lectured and performed at many universities and colleges throughout Europe and the United States—including New York University, Berklee School of Music, MIT, William Paterson College (in New Jersey) and Puerto Rico Conservatory.
In November 2001, he was awarded the Silver Cross of the Order of Duarte, Sanchez & Mella from the president of the Dominican Republic, the highest honor that the government can give.
2002 marked a special year for Camilo with two albums: Classical and Jazz. In February, Decca released his Concerto for Piano & Orchestra, Suite for Piano, Strings and Harp & Caribe, to celebrate his guest appearance with the NSO conducted by Leonard Slatkin at the Kennedy Center for the Performing Arts in Washington, D.C.
In March 2002, Telarc released Triangulo, Camilo’s Grammy Award nominee trio recording, which features bass guitarist Anthony Jackson and drummer Horacio “El Negro” Hernandez.
August 2003 marked the Telarc release of his latest album Live at the Blue Note, featuring Horacio "El Negro" Hernandez on drums and Charles Flores on acoustic bass. This two-CD set captures the quintessential Camilo “sound” live for the first time and was awarded a GRAMMY for Best Latin Jazz Album.

Δισκογραφία / Discography

Κλικ πάνω στα εξώφυλλα για να διαβάσετε περισσότερα

Click on the covers to read more

 
Και για τις αγορές σας στο Amazon.com




  
Live at the Ancient Little Theater in Epidaurus, Greece. Athens-Epidaurus Music Festival 2009. Personnel: Michel Camilo - piano/leader, Charles Flores - bass, and Cliff Almond - drums (1, 2 & 4)
ANCIENT THEATRE OF EPIDAVROS-GREECE
Από το Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου το 2009 (1, 2 & 4)

Watch More
1.Michel Camilo - Tomatito
2.Michel Camilo - Caribe
3. Michel Camilo - New York Band
4.Michel Camilo - Tomatito (Spain)
5.Michel Camilo - Rhapsody in blue
6.Michel Camilo - Chucho Valdes
7.Michel Camilo Trio - Con Alma

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Θανάσης Βέγγος

 Πέθανε σήμερα ο αγαπημένος μας Θανάσης Βέγγος ενώ νοσηλευόταν στον Ερυθρό Σταυρό.
Δεν έχω να πω τίποτα ιδιαίτερο και σοφό  καθώς  όλοι τον γνωρίσαμε και όλοι τον αγαπήσαμε. Να τον θυμόμαστε, όχι τον φουκαρά κατά τον Αλαφουζέϊκο χαρακτηρισμό αλλά, το δικό μας άνθρωπο που μας χάρισε γέλιο και ήθος στη ζωή μας. Σας παραθέτω εδώ ένα σχόλιο που έκανε ο Ρήγας στο blog του "Τίποτα το σημαντικό"

"Όλο αυτό το σύστημα που ξεφτίλισε την Ελλάδα, όλος αυτός ο συρφετός που ζει και κινείται μακριά από κάθε τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό, όλος αυτός ο εσμός που ο Θανάσης Βέγγος δεν άφησε ούτε για μια στιγμή να τον λερώσει, όλο αυτό το κοπάδι από ύαινες θα πέσει τώρα πάνω του για να πάρει ένα κομμάτι μας. Μην τους αφήσετε. Ο Θανάσης ήταν, είναι, η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει! Δεν είναι από τον κόσμο τους, δεν θέλησε να είναι στον κόσμο τους! Τώρα θα σκυλεύσουν τη μνήμη του με χιλιάδες αφιερώματα του κάθε χυδαίου και χυδαίας που θα παριστάνει πως ο Βέγγος τον αφορά, χιλιάδες πατσαβούρες θα προσφέρουν dvd μπορεί και πριν από την κηδεία του... Ήδη άκουσα στον ΣΚΑΪ για τον Θανάση που έπαιζε -ΈΤΣΙ ΕΙΠΑΝ- τον φουκαρά!"

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Ο Θανάσης Βέγγος ήταν Έλληνας κωμικός ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου. Είχε παίξει σε 126 ταινίες, σε 52 από τις οποίες ως πρωταγωνιστής και είχε σκηνοθετήσει (πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα) ακόμη επτά ταινίες. Θεωρείται ένας από τους πιο δημοφιλείς κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ μέχρι πρόσφατα συνέχιζε να εμφανίζεται σε ταινίες, τηλεόραση και θέατρο.
Γεννήθηκε στον Πειραιά, στο Νέο Φάληρο, στις 29 Μαΐου του 1927 από το Βασίλη και την Ευδοκία Βέγγου, των οποίων ήταν και το μοναδικό παιδί. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος, συγκεκριμένα εργαζόταν στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού, και ήρωας της αντίστασης. Μετά τον πόλεμο, εκδιώχθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Η απόλυση του πατέρα του προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην οικογένεια του Θανάση, κάτι που τον αναγκάζει να ριχτεί στον αγώνα για το μεροκάματο. Κυριότερη μεταξύ των επαγγελμάτων με τα οποία ασχολήθηκε ήταν η απασχόληση σε επεξεργασίες δερμάτων. Παράλληλα έκανε διάφορα μικροθελήματα στη γειτονιά του. Τα χρόνια 1948-1950 εξορίστηκε στη Μακρόνησο, όπου γνωρίστηκε με τον μετέπειτα γνωστό σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Αυτή η γνωριμία οδήγησε στην πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο, το 1954 στην ταινία Μαγική Πόλις του Κούνδουρου. Για τα επόμενα πέντε χρόνια έπαιξε σε μικρούς ρόλους, εργαζόμενος παράλληλα και ως φροντιστής στα πλατό. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε σε μερικές από τις πιο ιστορικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως Ο δράκος, Διακοπές στην Αίγινα, Μανταλένα, Συννεφιασμένη Κυριακή, Ο Ηλίας του 16ου, Ποτέ την Κυριακή. Ο πρώτος του μεγάλος ρόλος είναι μαζί με το Νίκο Σταυρίδη στην ταινία Οι δοσατζήδες του 1960. Τον ίδιο καιρό, το 1959 πήρε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού όχι από Σχολή αλλά ως εξαιρετικό ταλέντο με εξετάσεις σε ειδική επιτροπή. Η πρώτη του θεατρική παράσταση ήταν στην επιθεώρηση «Ομόνοια πλατς πλουτς», δίπλα στους Νίκο Ρίζο και Γιάννη Γκιωνάκη, επίσης το 1959.
Τα επόμενα χρόνια, συνεργαζόμενος κυρίως με τον σκηνοθέτη Πάνο Γλυκοφρύδη, αναπτύσσει τον τύπο του νευρικού, αεικίνητου τύπου, που τον καθιέρωσε και αρχίζει να γίνεται δημοφιλής. Με ταινίες όπως Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ, Μην είδατε τον Παναή, Ζήτω η τρέλα, Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης καθιερώνεται στη συνείδηση του κοινού. Το 1964, σε αναζήτηση καλλιτεχνικής ελευθερίας, ίδρυσε τη δική του εταιρία παραγωγής ΘΒ - Ταινίες Γέλιου. Την περίοδο 1965-1969, συνεργαζόμενος με τον Πάνο Γλυκοφρύδη και τον Ερρίκο Θαλασσινό, αλλά και σκηνοθετώντας ο ίδιος κάποιες φορές, γύρισε τις καλύτερες κατά γενική ομολογία ταινίες του, όπως τις Φανερός πράκτωρ 000, Τρελός, παλαβός και Βέγγος, Ποιος Θανάσης;, που τις χαρακτηρίζουν το σουρεαλιστικό χιούμορ, ο αυτοσχεδιασμός και η πηγαία ερμηνεία. Παρά την εμπορική και καλλιτεχνική τους επιτυχία, οι ταινίες αυτές οδηγούν την εταιρία του Βέγγου σε κλείσιμο και τον ίδιο σε οικονομική καταστροφή, από την οποία θα συνέλθει μόνο μετά από πολλά χρόνια.
Η καριέρα του συνεχίζεται με τον σκηνοθέτη Ντίνο Κατσουρίδη, ενώ η δημοτικότητά του παραμένει σταθερή κι οδηγεί στην αποθέωσή του από τον κόσμο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1971, όπου η ταινία Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση; αποσπά τα βραβεία κριτικών και κοινού. Άλλη σημαντική ταινία αυτής της περιόδου είναι Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας του 1976. Η θεματολογία των ταινιών του μετατοπίζεται προς την κοινωνική κριτική, ενώ το 1983 σταματά για λίγα χρόνια να κάνει κινηματογράφο. Τη δεκαετία του '80 ασχολείται με το γύρισμα έξι βιντεοταινιών και της τηλεοπτικής σειράς Βεγγαλικά που, μετά από προσπάθειες πολλών ετών, προβλήθηκε τελικά στην τηλεόραση το 1988. Το 1990ΑΝΤ1 Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης. εμφανίστηκε στη σειρά του
Η επιστροφή του στον κινηματογράφο γίνεται με την ταινία Ήσυχες μέρες του Αυγούστου του Παντελή Βούλγαρη. Η ερμηνεία του έχει πια διαφοροποιηθεί, είναι χαμηλών τόνων αλλά μεγάλης εκφραστικότητας, με κορυφαία στιγμή το ρόλο του στην ταινία Όλα είναι δρόμος του 1998. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε επίσης στην Επίδαυρο, το 1997 στο ρόλο του Δικαιόπολι στους Αχαρνής και το 2001 στην Ειρήνη του Αριστοφάνη με μεγάλη επιτυχία. Το 2002, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση, ο Θανάσης Βέγγος κράτησε έναν από τους βασικούς ρόλους στην τηλεοπτική σειρά Περί ανέμων και υδάτων. Συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι από τους πιο αγαπημένους και δημοφιλείς κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου.
Ο Θανάσης Βέγγος ήταν μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και του Σωματείου Παραγωγών. Ήταν μόνιμος κάτοικος της Αθήνας. Την εποχή που γυριζόταν Ο δράκος παντρεύτηκε την Ασημίνα Βέγγου, με την οποία ήταν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του, και είχαν δύο γιους.


Thanassis Veggos
Thanasis Veggos or Thanasis Vengos or Thanassis Vengos (Greek: Θανάσης Βέγγος; pronounced: Thanássis Véngos; May 29, 1927  – May 3, 2011) was a Greek actor and director.[2][3] He was an actor in more than 120 films predominantly comedies of the 1950s, 60s, and 70s.[1]
Veggos was born in Neo Faliro, Piraeus.[1] He made his debut in 1952. His first major role was in Psila ta heria Hitler ("Hands Up, Hitler"), 1962.[4] He often plays everyman characters struggling to get by, but he has also done anti-heroes, pure dramas, and on stage has acted inAristophanes' comedies. His characters are often named Thanasis. He often works with director Giorgos Lazaridis. A documentary of his life, whose title translates as A Man for All Seasons, was made in 2004. He always did his scenes without using a stuntman even for the most dangerous ones, like hanging with a single rope from a balcony, or walking through a glass door. During the "Golden Sixties" of the Greek film industry he made the most famous of his films like the sequel of Secret Agent 000, Papatrehas, Enas trellos Vengos and many others, most of them by his own company Θ-Β comedy films (Tainies Geliou)
Η Φιλμογραφία του ΕΔΩ


Δείτε το Θανάση Βέγγο στην ταινία "Ο ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ 16ου" μζί με τον Κ.Χατζηχρήστο (Διάρκεια 1:22:30)


Και εδώ    ΕΝΑ ΑΣΥΛΛΗΠΤΟ ΚΟΡΟΪΔΟ(1969)-Όλη η ταινία