Κείμενο υποδοχής

If I had to choose between music, dance or photography, I would choose all three, for I am enchanted with music, thrilled by dance and redeemed by photography!
Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη μουσική, το χορό και τη φωτογραφία, θα επέλεγα και τις τρεις τέχνες. Η μουσική με μαγεύει, ο χορός με ενθουσιάζει και η φωτογραφία με λυτρώνει!...

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Nikos Skalkotas / Νίκος Σκαλκώτας

Biography (8/3/1904-19/9/1949)
NikosSkalkottas was born in Halkis in 1904 and died in Athens in 1949. Very early on he started violin lessons with his father and uncle. He continued studying at the Athens Conservatory and graduated in 1920. From 1921 to 1933 he lived in Berlin, where he first took violin lessons with Willy Hess. In 1923 he decided to give up his career as a violinist and become a composer. He studied composition with Paul Kahn, Paul Juon, Kurt Weill, Philipp Jarnach and Arnold Scho"nberg. In 1933, when Hitler came to power, Skalkottas returned to Athens, where he earned a living playing in different orchestras.
Skalkottas' early works, most of which he wrote in Berlin and some of those written in Athens, are lost. The earliest of his works available to us today are dating from 1922-24 and are piano compositions as well as the orchestration of "Cretan Feast" by Dimitris Mitropoulos. Among the later works written in Berlin are the sonata for solo violin, several works for piano, chamber music and some symphonic works. During the period 1931- 1934 Skalkottas did not compose anything. He started composing again in Athens continued until he died. His works comprise symphonic works (Greek Dances, the symphonic overture Return of Ulysses, the fairy drama Mayday Spell, the second symphonic suite, the ballet The Maiden and Death, the Classical Symphony for winds, a Sinfonietta and several concertos), chamber music works, as well as vocal works.
Skalkottas died unexpectedly in 1949, leaving some symphonic works with incomplete orchestration. Besides his musical work, Skalkottas compiled an important theoretical work, consisting of several "musical articles", a treatise on orchestration, musical analyses etc. Skalkottas soon shaped his personal features of musical writing so that any influence of his teachers was soon assimilated creatively in a manner of composition that is absolutely personal and recognizable. Thus - in view of his works available to us - Skalkottas' evolution as a composer follows certain invariable axes that define his confrontation with the historical, technical and musical challenges of his epoch, throughout his life.
He founded his compositional self-sufficiency and his compositional contemplation on his own forces. He remained, to the end, an "honest" musician. Although he came to know Scho"nberg's dodecaphonic system, Skalkottas shaped his own dodecaphonic idioms and also wrote tonal works using specific tonal idioms, but remaining recognizable to the end and always writing original works that stand up quite high on the compositional scale. Skalkottas` music that is known to us today, classifies him as one of the greatest composers of the twentieth century and, definitely, the greatest Greek composer of his time.
While he was still alive, his music remained relatively unknown. After his death, thanks to the efforts of a group of friends of the composer with the dominant figure of Yiannis Papaioannou, Skalkottas' musical work became more known. Around 1954-55, when his music was first performed abroad, the composer took place among the most important composers of the mid-war dodecaphonic avantgarde. Since then, Skalkottas' name has always been part of the contemporary scene, sometimes more so sometimes less so, depending on the initiatives taken by - mainly - the Greek side. Within Greece itself, the "Greek Dances" remained for a long time the best known of his works.
Source: mygreek

Sirtos / Συρτός

Βιογραφία (8/3/1904-19/9/1949)
Γεννημένος στη Χαλκίδα τον Μάρτιο του 1904, ο Σκαλκώτας είχε την τύχη η οικογένειά του να αποτελείται από αυτοδίδακτους μουσικούς (ο πατέρας του Αλέκος και ο θείος του Κώστας συμμετείχαν στην Αντώνειο Φιλαρμονική και ήταν εκείνοι που του έδωσαν τα πρώτα μαθήματα).
Από την Αθήνα, όπου ως παιδί-θαύμα του βιολιού σπούδασε στο Ωδείο και αποφοίτησε με βραβείο Συγγρού, βρέθηκε στα 17 του, με υποτροφία Αβέρωφ, στο Βερολίνο, το μουσικό σταυροδρόμι της εποχής, και φοίτησε δίπλα στον Φίλιπ Γιάρναχ, στον Αρνολντ Σένμπεργκ (ο οποίος και τον ξεχωρίζει στους δέκα καλύτερους μαθητές του, στο σύγγραμμά του «Style and Ιdea») και αργότερα στον Κουρτ Βάιλ και στον Φερούτσιο Μπουζόνι. Εκεί άφησε την καριέρα τού βιολονίστα και άρχισε να συνθέτει τα μεγάλα έργα του (από τα πρώτα καταγραμμένα είναι και η ενορχήστρωση της «Κρητικής γιορτής» του Δημήτρη Μητρόπουλου), ενώ στο μεταξύ έχει πάρει και υποτροφία από τον Εμμανουήλ Μπενάκη.
Την περίοδο 1929-30 θα πρέπει να τοποθετηθεί ο γάμος του με τη Ματθίλδη Τέμκο, από την οποία αποκτά μια κόρη, την Αρτεμη.
Το 1931 διακόπτεται η υποτροφία του και αρχίζουν τα οικονομικά προβλήματα. Διακόπτει τα μαθήματα με τον Σάινμπεργκ. Σταματάει τη σύνθεση ενώ ο χαρακτήρας του αλλάζει, γίνεται εσωστρεφής. Το Μάιο του 1933 εγκαταλείπει αιφνίδια το Βερολίνο και επιστρέφει στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω του τα πάντα, μαζί και όλη του τη μουσική.
Τον ίδιο μήνα, μπροστά στο φάσμα του ανερχόμενου Ναζισμού, εγκαταλείπει το Βερολίνο και ο Σάινμπεργκ. Επιστρέφοντας στην Αθήνα εμφανίζεται ως διευθυντής ορχήστρας, παρουσιάζοντας και έργα δικά του. Δέχεται όμως κακές κριτικές. Αρχίζει να δουλεύει ως βιολιστής στις ορχήστρες της Αθήνας (Κρατικής, Ραδιοφωνίας, Λυρικής Σκηνής). Αντιμετωπίζει προβλήματα οικονομικά και υγείας. Ενώ με την αγαπημένη του σύνθεση ασχολείται τις ελεύθερες ώρες του, ιδίως το βράδυ.
Σε ηλικία 36 ετών συγγράφει την «Τεχνική της ενορχηστρώσεως». Σε ηλικία 42 ετών παντρεύεται τη Μαρία Παγκαλή, ενώ μετά από ένα χρόνο γεννιέται ο γιος του Αλέκος.
Πεθαίνει σε ηλικία 45 ετών, στις 19 Σεπτεμβρίου από περίσφιξη κήλης. Έχει γράψει: έργα για σόλο πιάνο και δύο πιάνα, κονσέρτα για πιάνο και δύο πιάνα, έργα για βιολί και πιάνο, έργα για βιολοντσέλο και πιάνο, μουσική δωματίου με πιάνο, κονσέρτα συνοδεία πιάνου, αναγωγές από ορχήστρα για πιάνο, τραγούδι με πιάνο, χορωδία με πιάνο, διάφορα σόλο όργανα, μουσική δωματίου χωρίς πιάνο, ορχηστρικά έργα, ορχήστρα-φωνές, χορωδία α΄καπέλλα, φωνές με άλλα όργανα.

Η δύσκολη κατάσταση οδηγούσε τον Σκαλκώτα να επινοήσει κάτι τελείως καινούριο, τελείως δικό του. Η αποστολή τούτη δεν έμοιαζε εύκολη. Ετσι, στα χρόνια της τετραετίας 1927-1931 που μαθήτευε δίπλα στον Schonberg, μ' όλο το σεβασμό, αναπτύχθηκε μέσα του μια αμφιβολία, ιδίως για την αρμονική υπόσταση του δωδεκάφθογγου συστήματος. Η αμφιβολία επιτάθηκε στην επόμενη, «κενή» τετραετία (1931-35) αναμονής και εξερεύνησης, παίρνοντας σαφώς τις διαστάσεις μιας μεγάλης κι αγεφύρωτης εσωτερικής κρίσης. Η υπερνίκηση της κρίσης έγινε βαθμιαία. Οταν, στα μέσα του 1935, έστηνε το καινούριο σύστημά του, με πολύ ενθουσιασμό και χαρά, διατηρούσε ακόμη αρκετές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά του ιδίως στην αρμονική του: θα χρειαστεί να περάσει άλλη μια -τρίτη- τετραετία (1935-39) για να στερεωθεί πλήρως το νέο σύστημα και να καρποφορήσει πέρα για πέρα.
Η μεγάλη ανακάλυψη του Νίκου Σκαλκώτα είναι, λοιπόν, η αποτελεσματική (συχνά «μαγική», χρήση της «ευφωνίας». Κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Κάθε τυχαίο διάφωνο διάστημα δεν είναι κατάλληλο για «ευφωνική» χρήση: η επιλογή πρέπει να γίνει σωστά και απαιτητικά, πράγμα συνήθως δυσκολότατο, που όμως διευκολύνεται από την ασυνήθιστη εσωτερική ακοή και ηχητική φαντασία του Σκαλκώτα.

Δεν είναι μόνο η χρήση δημοτικών στοιχείων, κατά αναγνωρίσιμο τρόπο, που στηρίζει την ελληνικότητα του Νίκου Σκαλκώτα. Είναι μια πιο γενικευμένη, διάχυτη «ροή», μέσα σ' όλο του το έργο, ιδίως το ατονικό (δωδεκάφθογγο ή μη δωδεκάφθογγο), όσο κι αν τούτο μοιάζει παράξενο, που τον συνδέει με στοιχεία του Νότου της Ευρώπης, της Μεσογείου, των Βαλκανίων, της Ελλάδας φυσικά, και ακόμη της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.
Ο Νίκος Σκαλκώτας με τον Εμμανουήλ Μπενάκη στο Koblenz
Τα στοιχεία τούτα είναι, πρώτιστα, μια ολόθερμη, διαχυτική σχεδόν αγάπη για τον ήχο αυτόν καθ' εαυτόν, καλώντας τον ακροατή και τον μελετητή του έργου του ν' απολαύσει, ελεύθερα, άνετα κι αισθησιακά, την ομορφιά και την πληρότητα του ηχητικού φαινομένου. Είναι ακόμη η ευφωνία των ηχητικών συνδυασμών (π.χ. συγχορδιών). Και τα δύο αυτά στοιχεία ενέχουν μια προσέγγιση περιβαλλοντική στον γύρω μας φυσικό κόσμο, ζωικό, φυτικό, υδρολογικό, ανεμολογικό, μετεωρολογικό κ.ά. Παρέχουν δηλαδή μιαν υλική υπόσταση στο ηχητικό φαινόμενο, στο άλλο άκρο από την αφηρημένη προσέγγιση του Βορρά, όπως τόνισαν πολλές ξένες κριτικές: «Αγάπη του Νότου που τραγουδά, σ' αντίθεση με την αφαίρεση του Βορρά», έγραψαν. Και ναι μεν κι η «αφηρημένη» πλευρά συνυπάρχει στο έργο του Σκαλκώτα (π.χ. «μαθηματικοποίηση» προς πολλές κατευθύνσεις, τόσο βασική, ή χρήση πολυσύνθετων μορφικών σχημάτων, κ.λπ.), αλλά ποτέ δεν ξεχνιέται η υλική, αισθησιακή υπόσταση των ηχητικών στοιχείων, πάνω στα οποία στηρίζεται κι η μαγεία του.

Μια τελείως άλλη πλευρά της «ελληνικότητας» του Νίκου Σκαλκώτα αφορά τις πιο γενικές αξίες που χαρακτηρίζουν, εδώ και πολλές (ίσως εννέα) χιλιετίες, την τέχνη που προέκυψε σ' αυτόν τον τόπο με γνωστότερα στοιχεία: μέτρο, σωστές αναλογίες, ενάργεια περιγραμμάτων, συγκράτηση, αποφυγή του ανεξέλεγκτα γιγαντιαίου, αίσθηση του συνόλου βασισμένη στην ανάλυση της λεπτομέρειας, κομψότητα στη διατύπωση του ουσιώδους, και τόσα άλλα θαυμαστά γνωρίσματα, «ειδοποιούς διαφορές» αυτού που αποκαλούμε «κλασικισμό».
Από την άλλη μεριά, μια διαφορετική κατηγορία από «αρετές» που απορρέουν από το είδος του περιβάλλοντος που αναπνέουμε στον ευλογημένο από τη φύση αυτόν τόπο: το φως του, τον ήλιο του, την πολυχρωμία του, τον αγνό αέρα του -έστω κι ανεμώδη ή θυελλώδη- τους κοφτερούς, άγριους βράχους του, τα πανταχού παρόντα βουνά του, τις μαγευτικές θάλασσες (που, κατά τους ειδικούς, περιέχουν «τα ωραιότερα χρώματα έμβιων όντων» από κάθε άλλη περιοχή του πλανήτη), τις ασύγκριτες παραλίες, τις 8.000 θαυμαστές σπηλιές, τα 8.000 είδη αγριολούλουδα και τόσες άλλες φυσικές μοναδικότητες του τόπου τούτου. Τις μοναδικότητες αυτές τις εισπνέουμε, διαποτίζουν όλες τις αισθήσεις μας, μας αγκαλιάζουν και μας αιχμαλωτίζουν, μαγεύουν το πνεύμα μας, τη συνείδησή μας, τη συμπεριφορά μας, όμοια σ' όλες τις χιλιετίες. Από την αρχή της Νεολιθικής εποχής, όλα αυτά ελάχιστα άλλαξαν στο ελληνικό περιβάλλον. Εγιναν, έτσι, τόσο αυτονόητα, που ξεχνούμε την παρουσία τους. Κι όμως διαποτίζουν το έργο κάθε γνήσιου Ελληνα: από τον Θεόφιλο ή τον Παναγιώτη Ζωγράφο, ώς τον δημιουργό ενός μεταβυζαντινού ξωκλησιού, ενός νησιώτικου χωριού, ώς τα ακόμη πιο υψιπετή Ζαγοροχώρια (ή χωριά του Πηλίου, της Δ. Μακεδονίας, κ.λπ.), όπου η μαγική ένωση ανθρώπινου δημιουργήματος με τη γύρω υπερβατική φύση, κάθε τι που βγαίνει από το χέρι ενός γνήσιου λαϊκού τεχνίτη - αρχιτεκτόνημα, τεχνικό έργο, ζωγραφιά, δημοτικό τραγούδι, δημοτικός χορός, ανάγλυφα, γλυπτά, φορεσιές, κεντήματα, κεραμικά, έπιπλα, ακόμη κι αυλές, πλακόστρωτα, κήποι, λιμανάκια, δρομάκια, αλλά και μεγαλύτερα «λαϊκά πολεοδομικά σύνολα»- αποπνέουν τον ίδιο αέρα, το ίδιο φως, τον ίδιο ζωοποιό ήλιο, στην ελληνικότατη διατύπωσή τους.
Την αίσθηση τούτη την είχε, μύχια αλλά σθεναρά, πέρα για πέρα ο Νίκος Σκαλκώτας, την αίσθηση της προέλευσης από τον μαγικό τούτο τόπο, μ' όλες τις υπερβατικότητες μέσα στα πλαίσια του κλασικού, που τροφοδότησε τόσα εκπληκτικά ανθρώπινα δημιουργήματα εδώ, επί εννιά χιλιετίες, σ' αντίθεση με μία μόνον χιλιετία της Δυτικής Ευρώπης, που τόσο τη θαυμάζουμε (δίκαια βέβαια) και πάμε να τη μιμηθούμε (αδέξια κι άδικα, εις βάρος της κορυφαίας και τόσο μονιμότερης ελληνικότητάς μας).
Ο Σκαλκώτας παραμένει γνήσιο τέκνο της πνευματικής Ελλάδας, όχι μόνο μέσω της δημοτικής μουσικής της, που τόσο τη λάτρευε, αλλά και σαν έκφραση ενός μοναδικού πνευματικού και πολιτισμικού κόσμου σε μια μικρή μεν, αλλά περιβαλλοντικά θαυματουργή περιοχή του πλανήτη. 
Πηγή: mygreek

Οι πρόβες είχαν εδώ και ώρα τελειώσει. Οι διάδρομοι του κτηρίου είχαν πλέον σιγήσει από τον αντίλαλο των συνομιλιών των μουσικών που εγκατέλειπαν βιαστικά τον χώρο εργασίας τους μετά από μια κουραστική μέρα. Ώσπου, μετά από λίγη ώρα, ένας λεπτοκαμωμένος καλοντυμένος κύριος, κρατώντας στα χέρια του ένα βιολί, εμφανίστηκε να βγαίνει από την κεντρική είσοδο. Άρχισε να διασχίζει τη μεγάλη, περίπου τετράγωνη αυλή, με κατεύθυνση την εξωτερική καγκελόπορτα που έβγαζε στην Ακαδημίας. Εντελώς συμπτωματικά, εκείνη τη στιγμή, ένας άλλος άνδρας βημάτιζε στην ακριβώς αντίθετη φορά, κατευθυνόμενος δηλαδή προς την είσοδο του κτηρίου. Αναγκαστικά, οι πορείες των δύο ανδρών συναντήθηκαν κάπου στη μέση της αυλής. - Καλημέρα Μαέστρο!  χαιρέτισε ο βιολιστής, κάνοντας ταυτόχρονα μια βαθιά, ευγενική υπόκλιση. Ο άλλος, με ένα υπεροπτικό ύφος περιφρόνησης, έστρεψε το κεφάλι προς την άλλη μεριά, θέλοντας να αποφύγει την ανταπόδοση του χαιρετισμού και προσπέρασε αμίλητος.

Η μικρή αυτή σκηνή, που διαδραματίστηκε στο προαύλιο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '30, αποδίδει παραστατικά την περιφρόνηση που βίωνε καθημερινά από τον καλλιτεχνικό περίγυρό του, ένας από τους μεγαλύτερους μουσικούς συνθέτες που ανέδειξε η χώρα. Ο Νίκος Σκαλκώτας, μετά την επιστροφή στη πατρίδα, κουβαλώντας μαζί του λαμπρά εφόδια σπουδών και δημιουργίας με επιφανείς δασκάλους στην Ακαδημία των Τεχνών του Βερολίνου, έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια του σύντομου βίου του, ξεχασμένος, παρεξηγημένος και απομονωμένος, ως απλός βιολιστής των πίσω σειρών σε διάφορες συμφωνικές ορχήστρες της Αθήνας. Το άστρο της δημιουργίας του όμως θα λάμψει στο παγκόσμιο στερέωμα αργότερα, πολλά χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του.
Συνέχεια στο αφιέρωμα ΕΔΩ
Δισκογραφική αναδρομή ΕΔΩ

Νίκος Σκαλκώτας (από Musipedia)

Ο μέγιστος των Ελλήνων συνθετών με τεράστιο σε ποσότητα και ποιότητα έργο, που όσο εκείνος βρισκόταν στη ζωή έμεινε παραγνωρισμένο και ανεκτέλεστο, παρότι συμπύκνωνε ιδανικά αφ’ ενός τόσο την ελληνική «Εθνική Σχολή» («Τριανταέξη Ελληνικοί Χοροί») όσο και την «Τονική μουσική» («Κλασική Συμφωνία») αφ’ ετέρου ολόκληρη την παγκόσμια Σύγχρονη μουσική της εποχής του (ώς τις πιο ακραίες και πρωτοποριακές συλλήψεις της). Επίσης, διακεκριμένος βιολιστής με ύψιστες ελληνικές και διεθνείς περγαμηνές, που ατυχώς ποτέ δεν βρήκε τη θέση που του άρμοζε στην καλλιτεχνική ιεραρχία της εγκληματικά αμέριμνης πατρίδας του και έτσι επί 16 συναπτά έτη, από το 1933 ώς τον απίστευτο θάνατό του στις 20 Σεπτεμβρίου 1949 (από περίσφιξη κήλης που παραμελήθηκε) μετείχε για λόγους βιοπορισμού στις τότε αθηναϊκές συμφωνικές ορχήστρες, ως βιολιστής «της σειράς»...

Ανήκοντας στους πραγματικά σπουδαίους της Ανθρωπότητας («ωραίος σαν Έλληνας») πήγαινε αθόρυβα και καθόταν πάντα στο τελευταίο αναλόγιο των ορχηστρών που εργαζόταν (στην ΚΟΑ, αλλά και στις ΣΟ του ΕΙΡ και της ΕΛΣ) παραδίδοντας αλυσιτελή μαθήματα σεμνότητας, αξιοπρέπειας και συναδελφικότητας, αυτός που κανένας Έλληνας μουσικός δεν μπορούσε να τον συναγωνιστεί, γιατί εκτός από βιολί έπαιζε και εξαίρετο πιάνο και διέθετε--σημειωτέον--τις σπάνιες ικανότητες της απόλυτης ακοής και της φωτογραφικής μνήμης (διηγούνται ότι μπορούσε να γράψει κάθε στιγμή όλα του τα έργα από μνήμης...). 

Τον Οκτώβριο του 1949 ο Μίνως Δούνιας έγραψε «post mortem» τα εξής: «Ποιας μορφής ήταν η πνευματική σύγκρουση που έζησε ο Σκαλκώτας όταν επέστρεψε στα 1933 στη Μητέρα Ελλάδα, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Όταν τον ξανασυνάντησα εδώ στας Αθήνας, έπειτα από τριετή χωρισμό, βρέθηκα προ ενός ανθρώπου ψυχικά τραυματισμένου ανεπανόρθωτα, παραγκωνισμένου, υποχρεωμένου να ζη κάτω από τη σκιά μικρών ταλέντων και την πίεση μιας βιοπάλης σκληρής και αδυσώπητης. Θαυμάζει κανείς πως αυτός ο καλλιτέχνης, που γνώρισε τόσες τιμές στο μεγαλύτερο ίσως τότε μουσικό κέντρο της Ευρώπης, εδώ, στον μικρό τόπο που τον γέννησε, βρέθηκε ξαφνικά στο περιθώριο. Όσο κι αν παραδεχθούμε ότι η επαναστατική τεχνοτροπία του Schoenberg, που ακολουθούσε σε γενικές γραμμές ο Σκαλκώτας, ήταν ίσως ξένη προς την ελληνική ιδιοσυγκρασία, παραμένει εκπληκτικό το γεγονός ότι οι μουσικοί ηγέται και τα καλλιτεχνικά ιδρύματα του τόπου μας τόσο λίγο ενδιαφέρθηκαν να προσφέρουν πνευματική υποστήριξη, θετική, ουσιαστική βοήθεια σ' ένα ταλέντο τόσο ιδιότυπο, το σπανιώτερο ίσως που έχει αναδείξει ως τώρα ο τόπος μας. Ο ίδιος δεν ανήκε στην τάξη των επιτηδείων, ούτε εκείνων που κατέρχονται στον αγώνα με το σπαθί στο χέρι. Δεν επολέμησε για την επιβολή της τέχνης του. Από την πρώτη επαφή με την ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα, έπειτα από την πρώτη αντίδραση του παγερού περιβάλλοντος, εγκατέλειψε αποκαρδιωμένος τον αγώνα και κλείστηκε στον εσωτερικό του κόσμο, μακριά από κάθε μάταιη επιδίωξη. Ωστόσο δεν έτρεφε κακία για κανένα. Ποτέ μου δεν τον άκουσα να επικρίνη συναδέλφους του, αντίθετα για όλους, και τους πιο ασήμαντους ακόμη, είχε να πη έναν καλό λόγο»
Συνεχίστε ΕΔΩ

Nikos Skalkottas was a famous greek composer, a member of the Second Viennese School. He drew his influences from both the classical repertoire and the Greek tradition. This is obvious by his work "36 Greek Dances", which are 36 compositions based on greek dances (like Dvorjak's "Slavonic Dances" and Brahms's "Hungarian Dances). The titles of each dance may refer to a region of Greece, to a type of folk dance or to a title of a folk song.

36 Greek Dances (play list) Click HERE

O Νίκος Σκαλκώτας  ήταν ένας διάσημος Έλληνας συνθέτης, μέλος της 2ης Βιεννέζικης Σχολής. Άντλησε τα θέματα για τις συνθέσεις του από την κλασσική μουσική αλλά από την ελληνική παράδοση. Αυτό φαίνεται στο έργο του «36 Ελληνικοί Χοροί», 36 συνθέσεις βασισμένες σε ελληνικούς χορούς (όπως οι «Σλάβικοι Χοροί» του Ντβόρζακ και οι «Ουγγρικοί Χοροί» του Μπράμς). Οι τίτλοι των χορών αναφέρονται σε περιοχές τις Ελλάδας ή σε τύπο ελληνικού χορού ή σε όνομα παραδοσιακού τραγουδιού.

Concerto per pianoforte e orchestra No.1 (1931)
Concerto per pianoforte e dieci strumenti a fiato No.3 (1939)

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Lucio Dalla / Enrico Caruso - "Caruso"

Lucio Dalla
Lucio Dalla was born in Bologna, and spent most of his childhood summers on Italy's Southern coast and islands. In his songs, he often looked for inspiration to both his hometown and the sea. A third key element in Dalla's artistic development was his early and lifelong infatuation with American big-band jazz music and vocalists. Ever since his thirteenth birthday, when his mother offered him a clarinet, young Dalla only had music on his mind. After playing around town with several amateur ensembles, he joined the Rheno Dixieland Band in 1960 and won an award at the first European Jazz Festival in Antibes, France. He subsequently moved to the bigger Second Roman New Orleans Jazz Band, with whom he first entered a studio to record an instrumental 45.
Read more HERE

Enrico Caruso
Born Enrico Caruso (adopted more formal Enrico for stage), February 27 (some sources say 25), 1873, in Naples, Italy; died of pneumonia and peritonitis in 1921 in Naples; son of Marcellino (a mechanic) and Anna (Baldini) Caruso; married Dorothy Park Benjamin, 1918; children: Gloria; (with Ada Giachetti) Rodolfo, Enrico Jr. Education: Studied voice with Guglielmo Vergine, 1891-94, and Vincenzo Lombardi, 1896-97. Worked as laborer, including jobs as mechanic and jute weaver, beginning c. 1883; debuted in L'Amico Francesco at Teatro Nuovo, Naples, 1894; expanded repertoire to include La Traviata, Rigoletto, Aida, and Faust, among others; first sang Canio in I Pagliacci, 1896, and Rodolfo in La Boheme, 1897; debuted in La Boheme at La Scala, Milan, 1899; performed internationally, including appearances in Moscow, Buenos Aries, Monte Carlo, and London, beginning in 1899; made first recordings, 1902; debuted in U.S. at Metropolitan Opera, New York City, 1903. Appeared in silent films My Cousin and A Splendid Romance, 1918; subject of fictional film biography The Great Caruso, 1950.
Read more HERE

Lucio Dalla "Caruso" for Enrico Caruso

Copyright Photo (L.Dalla) Juan Carlos Hernandez

Το τραγούδι αυτό γράφτηκε από τον Λούτσιο Ντάλλα το 1986 για τον Ενρίκο Καρούζο (1873-1921), έναν απ΄τους διασημότερους ιταλούς τενόρους. Ουσιαστικά το τραγούδι αυτό, περιγράφει τον πόνο και τα συναισθήματα που νιώθει ο Ενρίκο Καρούζο λίγο πριν πεθάνει.
Στο τραγούδι αναφέρεται μια γυναίκα, δεν έχει γίνει ξεκάθαρο αν είναι η σύζυγος ή η κόρη τού Καρούζο. Το σίγουρο είναι πως, είναι πολύ αγαπητό πρόσωπο.
Το όλο σκηνικό εξελίσσεται σε μια ταράτσα στο Σορρέντο της Νάπολης, τόπος καταγωγής του μεγάλου τενόρου. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στους στίχους του Λούτσιο Ντάλλα.

Was composed by Lucio Dalla in 1986, for Enrico Caruso (1873 – 1921), one of the most famous Italian tenors.
Basically, this song, describes the pain and the feelings that Enrico Caruso had little before he died. In the song there is a woman mentioned, but it is not clear, if she was Caruso’s wife or daughter. The sure thing is that she is a beloved person.
The story takes place on a roof in Sorrento of Napoli, where the great tenor was born.
Lucio Dalla didn’t write anything by chance in his lyrics.

by artist Lucio Dalla

Qui dove il mare luccica e tira forte il vento
su una vecchia terrazza davanti al golfo di Surriento
un uomo abbraccia una ragazza dopo che aveva pianto
poi si schiarisce la voce e ricomincia il canto.
Te voglio bene assaie
ma tanto tanto bene sai
h una catena ormai
che scioglie il sangue dint'e vene sai.
Vide le luci in mezzo al mare pensr alle notti l` in America
ma erano solo le lampare e la bianca scia di un' elica
senti il dolore nella musica si alzr dal pianoforte
ma quando vide la luna uscire da una nuvola
gli sembrr dolce anche la morte
guardr negli occhi la ragazza quegli occhi verdi come il mare
poi all'improvviso uscl una lacrima e lui credette di affogare.
Te voglio bene assaie
ma tanto tanto bene sai
h una catena ormai
che scioglie il sangue dint'e vene sai.
Potenza della lirica dove ogni dramma h un falso
che con un po' di trucco e con la mimica puoi diventare un altro
ma due occhi che ti guardano cosl vicini e veri
ti fan scordare le parole confondono i pensieri
cosl diventa tutto piccolo anche le notti l` in America
ti volti e vedi la tua vita come la scia di un'elica
ma sl h la vita che finisce ma lui non ci pensr poi tanto
anzi si sentiva gi` felice e ricomincir il suo canto.
Te voglio bene assaie
ma tanto tanto bene sai
h una catena ormai
che scioglie il sangue dint'e vene sai

Εδώ που η θάλασσα λαμπυρίζει και ο άνεμος φυσά δυνατά
πάνω σε μια παλιά ταράτσα μπροστά στον κόλπο του Σορέντο
ένας άνδρας αγκαλιάζει μια κοπέλα, μετά αρχίζει να κλαίει
έπειτα καθαρίζει τη φωνή του και ξαναρχίζει το τραγούδι (να τραγουδά)
Σε αγαπώ πάρα πολύ
μα τόσο τόσο πολύ, ξέρεις
τώρα πια μια αλυσίδα
που λιώνει το αίμα μέσα στις φλέβες, ξέρεις.
Είδε το φως στη μέση της θάλασσας, σκέφτηκε τις νύχτες εκεί στην Αμερική
αλλά ήταν μόνο οι βάρκες και η άσπρη γραμμή ενός έλικα
ένιωσε τον πόνο στη μουσική και σηκώθηκε από το πιάνο
αλλά όταν είδε το φεγγάρι να έρχεται από ένα σύννεφο
ακόμη κι ο θάνατος φαινόταν γλυκός
κοίταξε στα μάτια του κοριτσιού εκείνα τα μάτια (που ήταν) πράσινα όπως η θάλασσα
έπειτα ξαφνικά ένα δάκρυ έτρεξε και πίστεψε ότι θα πνιγόταν.
Σε αγαπώ πάρα πολύ
μα τόσο τόσο πολύ, ξέρεις
τώρα πια μια αλυσίδα
που λιώνει το αίμα μέσα στις φλέβες, ξέρεις.
Δύναμη των στίχων όπου κάθε δράμα είναι ψεύτικο
που με λίγο μέικ απ και μίμηση μπορείς να γίνεις κάποιος άλλος
αλλά δυο μάτια που σε κοιτάνε τόσο κοντά και πραγματικά
σε κάνουν να ξεχνάς τα λόγια μπερδεύοντας τις σκέψεις
έτσι το καθετί γίνεται μικρό ακόμη κι οι νύχτες εκεί στην Αμερική
γυρνάς και κοιτάς τη ζωή σου σαν μια γραμμή ενός έλικα
αλλά, ναι, είναι η ζωή που τελειώνει αλλά δεν το σκέφτεται και πολύ
αντιθέτως ένιωθε πια ευτυχισμένος και ξανάρχισε το τραγούδι του.
Σε αγαπώ πάρα πολύ
μα τόσο τόσο πολύ, ξέρεις
τώρα πια μια αλυσίδα
που λιώνει το αίμα μέσα στις φλέβες, ξέρεις.

Here, where the sea shines
and the wind howls,
on the old terrace beside the gulf of Sorrento,
a man embraces a girl
he wept after, then clears his throat and continues the song:
I love you very much,
very, very much, you know;
it is a chain by now
that melts the blood inside the veins, you know…
He saw the lights out on the sea,
thought of the nights there in America,
but they were only the fishermen’s lamps
and the white wash astern.
He felt the pain in the music
and stood up from the piano,
but when he saw the moon emerging from a cloud
death also seemed sweeter to him.
He looked the girl in the eyes,
those eyes as green as the sea.
Then suddenly a tear fell
and he believed he was drowning.
I love you very much,
very, very much, you know,
it is a chain by now
that melts the blood inside the vein you know…
The power of opera,
where every drama is a hoax;
with a little make-up and with mime
you can become someone else.
But two eyes that look at you,
so close and real,
make you forget the words,
confuse your thoughts,
So everything became small,
also the nights there in America.
You turn and see your life
through the white wash astern.
But, yes, it is life that ends
and he did not think so much about it
on the contrary, he already felt happy
and continued his song:
I love you very much,
very, very much, you know,
it is a chain by now
that melts the blood inside the veins, you know…
I love you very much,
very, very much, you know,
it is a chain by now
that melts the blood inside the veins, you know…

100 Top tracks of  Lucio Dalla --->HERE
(Don't use Chrome browser)

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Παύλος Σιδηρόπουλος / Pavlos Sidiropoulos

Το κείμενο που ακολουθεί έχει απομαγνητοφωνηθεί από ηχογραφημένη υπαγόρευσή του στο σπίτι του Παύλου, το καλοκαίρι του 84 και η οποία βρίσκεται στον δίσκο  "Εν αρχή ήν ο Λόγος".

Ας μου επιτραπεί αφού είναι εν λευκώ η συζήτηση να πω κι εγώ μια γνώμη για την περίφημη διαμάχη ΕΔΕΤ-ΓΕΣΕΕ, ΠΟΘΑ, ΕΚΑ, ΟΜΣΕ, ΣΕΥ, ΕΤΕ, ΕΜΣΕ. Σου ζητάω συγνώμη φίλε αναγνώστη. Εγώ δεκαπέντε χρόνια σου μιλάω για ΡΟΚ. Δεν έχω αλλάξει.
Κύριε Θεοδωράκη, εν έτη 1979 σας γνώρισα μόνο για πέντε λεπτά. Η θωριά σας και η φωνή σας πολλών τόνων βάρους, ενέπνεε λεβεντιά αλλά και πολύ έπαρση. Σκεφτείτε να αφαιρούσαμε, κύριε Θεοδωράκη, τους στίχους των Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσο και άλλων, τις εξαίρετες ερμηνείες των Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Φαραντούρη και άλλων, το πολιτικό υπόβαθρο που σας στήριξε και σας προώθησε. Σκεφτείτε! Αυτό που μένει είναι πολύ μικρό μπροστά σε μια «Συννεφιασμένη Κυριακή» ή σε μια «Φραγκοσυριανή».

Κύριε Χατζιδάκι, έχετε απόλυτο δίκιο για τις τεράστιες αμοιβές των «χρυσών λαρυγγιώ»'. Ναι. Ο αγαπητός φίλος δημοσιογράφος Γ. Λιάνης, που κακώς έγραψε «σταρς» για τους Σιδηρόπουλο και Πουλικάκο, έγραφε, πριν από 2 μήνες νομίζω, για χρυσά λαρύγγια και είχε δίκιο. Αλλά εσείς θα έπρεπε να γνωρίζετε ότι ένα έργο όταν φεύγει από τα χέρια του δημιουργού του αποκτά δική του προσωπικότητα, δική του ταυτότητα, σύμφωνα με τα οποία χαράζεται η πορεία του και είναι αναφαίρετο δικαίωμα του έργου να ακολουθήσει αυτόνομη καριέρα, την οποία εν ονόματι οποιασδήποτε πατρότητας δεν έχετε δικαίωμα να σταματήσετε, ειδάλλως το ίδιο δικαίωμα έχει και το κράτος εν είδη λογοκρισίας.

Είστε απ' τους ανθρώπους που θέλω να πιστεύω ότι τη λογοκρισία την θεωρείται αιδώ της τέχνης. Όταν απαγορεύετε τα τραγούδια σας, ασεβείτε στην μνήμη τραγουδοποιών όπως ο Gustave Mahler, ο Mozart, ο Bella Bartük και άλλων. Μιλάτε για τουρκογύφτικα, έχετε δίκιο, κανείς δεν τα θέλει. Αλλά ξεχνάτε ότι ο πρώτος σας δίσκος ήταν οι «Έξι λαϊκές ζωγραφιές'', σε συνθέσεις Βασίλη Τσιτσάνη;

«Εν Λευκώ» και λογοκρισία
Συνεχίζοντας λοιπόν, φίλε αναγνώστη, τη συζήτηση εν λευκώ, θα αναφερθώ και στον προσωπικό μου δίσκο τον «Εν λευκώ».
Στην προληπτική λογοκρισία τα τραγούδια του «Εν λευκώ» πέρασαν όλα. Εγώ εν τω μεταξύ έχω υπογράψει το πρώτο συμβόλαιό μου μετά τον Μαρκόπουλο με δισκογραφική εταιρία, με την ΕΜΙ στις 17 - 2 - 1982. Γιατί στο δίσκο «ΦΛΟΥ», υπέγραψα ένα χαρτί ότι αποποιούμαι πάσης οικονομικής απαιτήσεως από το δίσκο κι έτσι η «ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ» τότε υπέγραψε ένα συμβόλαιο εκτελεστού με την ΕΜΙ, με ποσοστό 4%.

Στην δευτεροβάθμια λογοκρισία με φωνάζει ο Γ. Πετσίλας και μου λέει: «Κοίταξε να δεις, μου 'ρθε ένα χαρτί κι αν θέλουμε να κυκλοφορήσει άλλη παρτίδα από το «Εν λευκώ», πρέπει να βγάλεις τα τραγούδια «Η», «Underground με στρας» και «Ύστατη στιγμή». Για προτροπή της νεολαίας στα ναρκωτικά τα δύο πρώτα και για προσβολή της δημοσίας αιδούς το τρίτο». Γράφω λοιπόν ένα γράμμα προς τον τύπο της Ελλάδας (ημερήσιο και περιοδικό) όπου εν ολίγοις λέω: «Όλοι σας κυνηγηθήκατε, πολλοί από σας βασανιστήκατε, άλλοι φυλακιστήκατε, προεκλογικά μιλούσατε για κατάργηση της λογοκρισίας, αντί λοιπόν να χρησιμοποιείται κι εσείς την καταστολή σαν μέσο, γιατί δεν χρησιμοποιείται τον διάλογο;».

Ο Θόδωρος ο Σαραντής, τώρα διευθυντής της διαφήμισης στην ΕΜΙ, προσωπικά μου είχε πει: «Παύλο το έστειλα παντού, όπως μου είπες». Αν θυμάμαι καλά εγώ το είδα δημοσιευμένο ή στο «ΠΟΠ και ΡΟΚ» ή στον «ΗΧΟ» μοναχά, δεν είμαι και σίγουρος.

Προς τον άγνωστο νεαρό του υφυπουργείου Νέας Γενιάς ή Τί είναι Rock

Ναι, άγνωστε νεαρέ του υφυπουργείου Νέας Γενιάς, που εξεπλάγεις όταν σου μίλησα στην παμπ «Φιλομούσα» στην Πλάκα, όταν μου είπες δεν περίμενα τέτοια κουλτούρα από πλευράς ροκ, εκπλήσσομαι.
Υπάρχει στο ροκ το ελληνικό και η ΚΔΟΑ, που σημαίνει Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Άγνοια και που συνήθως η δύναμη με το αγνό και γνήσιο ένστικτό της, αν θελήσεις να την κοροϊδέψεις θα σου πετάξει μπουκάλι.
Υπάρχει όμως στο ελληνικό ροκ και διανόηση. Αλλά που βέβαια να ξέρεις εσύ για τα περιοδικά «ΠΑΛΙ» και «ΣΗΜΑ», για τα τόσα βιβλία και στίχους που έχουν γραφτεί;
Υπάρχει στο ελληνικό ροκ και μουσική. Αυτό το ξέρεις.
Στο ροκ γενικά υπάρχει αθλητισμός. Ο Elton John, έχει μια γνωστότατη ομάδα στην Αγγλία. Ψάξε να τη βρεις. Ο Bob Marley βγαίνει στα εξώφυλλα των δίσκων του με την μπάλα στο πόδι. Και μάλλον δεν θα 'χεις δει εκτελεστή της μουσικής ροκ να κατεβαίνει από το παλκοσένικο για να δεις τι θα πει ιδρώτας και αδρεναλίνη.
Υπάρχουν στο ελληνικό ροκ και τα ναρκωτικά. Γι' αυτά σου 'χω ειδική πληροφόρηση παρακάτω.
Υπάρχει στο ελληνικό ροκ και η πολιτική. Για να μην αναφερθούμε παγκόσμια στα τραγούδια διαμαρτυρίας του Bob Dylan και τόσων άλλων, σε στίχους όπως του Mick Jacker.

«Λένε πως είναι η κατάλληλη εποχή για το παλάτι της επανάστασης. Αλλά εκεί που μένω εγώ αυτό το παιχνίδι δεν είναι παρά μια ενοχλητική λύση, έτσι τί άλλο μπορεί ένα αδύναμο αγόρι να κάνει απ' το να τραγουδάει σε μια rock and roll μπάντα, μιας και στο κοιμισμένο Λονδίνο απλά δεν υπάρχει θέση για κάποιον που θέλει να διαδηλώνει τα πιστεύω του στο δρόμο». Street fighting man.
Παγκόσμια σου αναφέρω το όνομα και μόνο του συγκροτήματος «Gang of four» Συμμορία των τεσσάρων (βλέπε χήρα του Μάο). Τη γνωστή πολιτική θέση και δράση των Class, τις φωτογραφίες του Bob Marley και την συμπαράστασή του στον αντιπρόσωπο της αριστεράς στην Τζαμάικα. Τώρα, όσο για το ελληνικό ροκ, αν έκανες τον κόπο να διάβαζες το άρθρο μου στο τεύχος Μαΐου στο ίδιο περιοδικό, θα έβλεπες κατά πόσο υπάρχει και στο ελληνικό ροκ πολιτική ή όχι.

Υπάρχει στο ροκ και κοινωνιολογία. Οι Rolling Stones έπαιξαν βασικό ρόλο στην νομιμοποίηση της ομοφυλοφιλίας, που ήταν μεγάλο πρόβλημα στην Αγγλία. Έχουν γίνει συναυλίες ροκ ενάντια στο ρατσισμό. Συναυλίες σε ποινικές φυλακές σε άσυλα, σε ψυχιατρεία.
Είναι γνωστό ότι το ελληνικό ροκ πιστεύει πολύ στο ανθρώπινο πάθος και στην ανθρώπινη αδυναμία, στο υποσυνείδητο, όχι σαν πηγή κακού αλλά και σαν πηγή δημιουργίας. Επειδή δεν μου άρεσαν ποτέ τα κούφια λόγια, εν ολίγοις τα γράμματα τα κενά όπως θα 'λεγες εσύ, πάρε όλη την ελληνική ροκ δισκογραφία, αν βέβαια ξέρεις ποια είναι, και ασχολήσου με το στίχο της. Όλη τη δισκογραφία όμως.
Υπάρχει στο ροκ και χρήμα. Εδώ το ελληνικό ροκ βέβαια χάνει. Αλλά στην Αγγλία κάποτε οι Beatles υπήρξαν οικονομικό κονδύλι, τους έκαναν Sir, γι' αυτό τώρα στην Αγγλία το ροκ είναι μόνιμο οικονομικό κονδύλι, όπως επίσης στην Ολλανδία, στην Γερμανία και αν θέλουμε να μιλάμε για εκτός Ευρώπης, φυσικά στις ΗΠΑ.
Υπάρχει στο ροκ και το χασίς. Είναι πολλές οι αναφορές, σε εξώφυλλα δίσκων κυρίως, σαν grass, (μαριχουάνα, φούντα). Όχι μόνο στο ξένο αλλά και στο ελληνικό ροκ.

Στο λέω καθαρά το ροκ πιστεύει στην αναγκαιότητα της τέχνης, πιστεύει στην υπερβατική στιγμή που έχει ανάγκη ο κάτοικος της οποιασδήποτε μεγαλούπολης και ιδιαίτερα της Αθήνας, που θεωρείται από τις χειρότερες. Πιστεύει στο συναίσθημα με σίγμα κεφαλαίο, πιστεύει στο υποσυνείδητο, όπως σου είπα είναι εκτός από πηγή κακού και πηγή δημιουργίας. Πιστεύει στην κατάργηση της υποχρεωτικής θητείας. Πιστεύει στην Αγάπη με άλφα κεφαλαίο, στην Ειρήνη με έψιλον κεφαλαίο, στην πίπα της Ειρήνης με έψιλον κεφαλαίο. Τί άλλο θέλεις να σου πω για να ξυπνήσεις επιτέλους;
Όχι λοιπόν, άγνωστε νεαρέ του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς, το ροκ ασφαλώς, δεν περίμενε από κάποια πολιτική αλλαγή δικαίωση (προτιμά τη λέξη κοινωνική).
Αλλά περίμενε μια πιο εμπεριστατωμένη πληροφόρηση. Μια Μαργαρίτα Ζορμπαλά δικαιολογείται να λέει ότι τώρα ακούγοντας Prisley και Pink Floyd συμπληρώνει και εκσυγχρονίζει την μουσική της παιδεία. Μια Ζορμπαλά όπου τίμια δήλωσε ότι μεγάλωσε με: «Το τρένο φεύγει στις οκτώ». Όχι όμως και συ. Περίμενε από σένα πληροφόρηση για τη γενιά των Beat και την λογοτεχνία τους, περίμενε από σένα πληροφόρηση για τον underground κινηματογράφο, έστω και στο κλασσικό επίπεδο Andy Warhol, κι όχι στις ατομικές πρωτοβουλίες των διαφόρων σαν τον Μιχάλη Δημόπουλο, ευτυχώς δηλαδή που υπάρχουν κι αυτοί. Περίμενε από σένα ν' ακούσεις τον πραγματικό συμπαντικού ήχου San Ra κι όχι τον κουνιστό κώλο του, σε ρυθμό Boogie, όπου γελώντας πια κι ίδιος μας λέει: "They try to fool you and I have to school you about jazz''. Δηλαδή προσπαθούν να σας κοροϊδέψουν κι εγώ πρέπει να σας μάθω τι είναι το φαινόμενο που λέγεται τζαζ. Περίμενε από σας να μην ακούσει το βαρετό, τριτοκοσμικό πρόγραμμα του Mahoy Diner αλλά τον εκπληκτικό ερευνητή πιανίστα της σχολής Coldren, που μπορεί κι αυτόν να μην τον ξέρεις. Περίμενε από σένα μια πληροφόρηση για την ύπαρξη του χιπισμού, του σιτουασιονίστα, του Μάη του '68 στο Παρίσι, τη σωστή πληροφόρηση για το μεγάλο αντιμιλιταριστικό κίνημα της Αμερικής στη δεκαετία '60 - '70 με το Βιετνάμ. Περίμενε... Περίμενε.

Το «Εν λευκώ» και τα τραγούδια του
Το ροκ άγνωστε νεαρέ του Υφυπουργείου νέας γενιάς σου λέει όχι στα ναρκωτικά. Θα σου 'λεγε όχι και στο αλκοόλ, αλλά μέχρι νεωτέρας διαταγής του κράτους κάνει το κορόιδο. Άκου λοιπόν άγνωστε νεαρέ του υφυπουργείου νέας γενιάς τι έχει να σου πει το ροκ πάνω στην υπόθεση που λέγετε ναρκωτικά. «Εν λευκώ» σημαίνει στα άσπρα. Επίσης σημαίνει και αυτό που λέμε π.χ. είσαι εξουσιοδοτημένος εν λευκώ. Το εξώφυλλο του δίσκου είναι αρκετά «χιονισμένο'». Δείχνει ένα νέο που δείχνει 50 χρονών και κοιτάει με απλανές βλέμμα το κενό.

Το βιβλίο των ηρώων του τρόμου
Υπάρχουν διαφόρων ειδών ήρωες, άγνωστε νεαρέ. Ο Χριστός ήταν ένας απ' αυτούς, ο Μαρξ ήταν ένας απ' αυτούς, ο Φρόυντ ήταν ένας απ' αυτούς, ο Καρλ Γιούνγκ ήταν ένας απ' αυτούς, ο Ντελέζ είναι ένας απ' αυτούς, ο Γκεταρί είναι ένας απ' αυτούς. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν βιογραφίες. Οι άνθρωποι αυτοί μεγαλώνουν γενιές. Οι άνθρωποι αυτοί είναι υπεύθυνοι για γενιές.
Στο βιβλίο λοιπόν αυτών των ηρώων, που όταν έχεις μια τέτοια υπευθυνότητα, μπορεί να είναι και βιβλίο και τρόμου, εγώ νεαρέ άγνωστε, έκατσα κι έψαξα αυτές τις φάτσες, που εσύ ζητούσες στα νιάτα σου. Και σ' έχω δει πάρα πολλές φορές ζαρωμένο, σε κάποια γωνιά του δρόμου να προσεύχεσαι σ' αυτούς τους ήρωες, να αισθάνεσαι ενοχές απέναντί τους, κι όταν ψάχνεις να βρεις την αιτία για τις ενοχές αυτές να μην τη βρίσκεις. Σε ρωτάω, μπορείς να μου απαντήσεις αν θα σε ρωτήσω ποιος απ' όλους αυτούς τους ήρωες ή και θεούς, γιατί πολλοί τους θεοποιούν, ποιός απ' όλους λοιπόν απ' αυτούς τους ήρωες ή θεούς ορίζουν εσένα; Ποιοι είναι αυτοί που σε γεμίζουν μ' αυτές τις ενοχές; Γιατί το βλέπω πάρα πολύ καλά ότι πονάει το στομάχι σου, χτυπάει βλέπεις το άγχος στο στομάχι, η νεύρωση που λένε αν έχεις ακούσει. Κι αυτή τη νεύρωση εγώ τη θεωρώ εγκληματική, για έναν ανθρώπινο χαρακτήρα και οργανισμό, αν την προσωποποιήσω θα της δώσω το πρόσωπο του Μαρξ, αν τη ντύσω θα την ντύσω με το χιτώνιο του Χριστού και αν δω τα χρόνια αυτού του προσώπου, οι πολλές ρυτίδες που θα έχει, θα είναι φροϋδικές. Τώρα τα χίλια πρόσωπα που όλα αυτά έχουν δώσει σε σένα, μόνο με φαντάσματα της Μέδουσας, αν ξέρεις ελληνική μυθολογία, εγώ μπορώ να τα παραλληλίσω.

Θα σε κουράσω λίγο ακόμα παραπάνω, αλλά δεν πειράζει, αξίζει τον κόπο νομίζω. Heroin στα αγγλικά, ηρωίδα είναι η μετάφρασή του στα ελληνικά. Γιατί βλέπεις ο άνθρωπος που την ανακάλυπτε το 1884 νόμιζε ότι είχε ανακαλύψει το φάρμακο που θα έσωζε τους μορφινομανείς. Επίσημα απαγορεύτηκε το 1920. Δεν είμαι και σίγουρος τώρα βέβαια για τις χρονολογίες, αλλά δεν πειράζει. Έτσι ένας εν ενεργεία ηρωινομανής, ενώ όσο έχει τη δόση του είναι καλά, πολύ καλά, όταν δεν την έχει νομίζει ότι θα πεθάνει. Δεν έχει καμία αίσθηση χρόνου, ξεχνάει παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι πολύ συγκεχυμένα μέσα του. Έχει τόσο πολύ αντιφατικά συναισθήματα που μέσα σε είκοσι λεπτά το μίσος και η αγάπη εναλλάσσονται με μεγάλη γρηγοράδα. Για το φίλο; Δεν υπάρχει φίλος. Πουλάει και την ίδια του τη μητέρα για μια δόση. Ο φίλος και γενικά τα συναισθήματα αυτά είναι αφημένα στην κρίση της ηρωίνης. Πίσω δε απ' όλα αυτά κρύβεται μια αιώνια απειλή, που ανήκει μόνο στην ηρωίνη. Έτσι λοιπόν κάποια στιγμή ο ηρωινομανής είναι μόνος του αυτός και η ηρωίνη, κι ανάμεσά τους δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια απελπισμένη κραυγή. Γιατί σ' ότι μισεί, σ' ότι αγαπά σ' ότι αισθάνεται είναι αυτός αλλά ουσιαστικά είναι η ηρωίνη, κρυμμένη από πίσω του. Για εγώ; δεν χρειάζεται καν να μιλάει για εγώ, αυτός ο άνθρωπος άγνωστε νεαρέ. Γιατί ότι στεγανό είχε να προστατεύσει το εγώ του, έχει τρυπηθεί, έχει σπάσει, έχει ανοίξει, όπως ανοίγουνε οι φλέβες όταν τις κόβεις με το ξυράφι, όταν αυτοκτονείς ή όταν τις τρυπάς με τη σύριγγα για να πάρεις τη δόση σου. Έτσι λοιπόν καταλαβαίνεις ότι ο ηρωινομανής βαδίζει σ' ένα μονόδρομο που έχει μία και μόνη κατεύθυνση, όπου η αλήθεια και η ψευτιά παύουν να διαχωρίζονται, είναι το ίδιο πράγμα. Ακόμη το φως και το σκοτάδι, φτάνουν να είναι το ίδιο πράγμα. Όσο για την ηρωίνη ποτέ καθαρά δεν θα δεις κατά πόσο είσαι επηρεασμένος απ' αυτή ή όχι και κατά πόσο την έχεις ανάγκη. Αυτή παραμονεύει πάντοτε στη σκιά και όπως σου είπα είναι μονόδρομος, έχει μια καρδιά και μια παντιέρα. Γι' αυτό άγνωστε νεαρέ σε προειδοποιώ, είναι η ηρωίνη και να μην ξεχαστείς ποτέ να νομίζεις ότι την ελέγχεις, ότι ξέρεις τι ζητάς και το γιατί.

Στη χώρα που ζούμε την Ελλάδα, τυχαίνει το βίτσιο αυτό να είναι πάρα πολύ ακριβό. Έτσι ο ηρωινομανής πρέπει να είναι Μήδας, χρυσάφι. Επίσης μ' όλα αυτά που σου είπα θα κατάλαβες ότι μόνο με μια υποταγή απέναντι σ' αυτό το βίτσιο μπορείς να επιβιώσεις. Επίσης πιστεύω να κατάλαβες ότι θέλει μια ειδική μεταχείριση. Θέλει ας το πούμε και αγάπη γιατί διαφορετικά θα σε σκοτώσει. Μην ξεχνάς ότι οι εχθροί σκοτώνουν. Θέλει λοιπόν μια αγάπη, μια ειδική μεταχείριση για να μη σε σκοτώσει, στα μέτρα τα δικά της. Γιατί στο λέω είναι επικίνδυνη, γιατί ο άνθρωπος, ο άγγελος, ο σωματοφύλακας, που τη φυλάει, είναι άγγελος θανάτου. Απ' την άλλη μεριά είναι γλυκιά, διαφορετικά δεν θα υπήρχε καν λόγος να σου γράφω αυτά που σου γράφω.
Αλλά θα 'χεις καταλάβει ήδη πόσο κλειστά είναι τα περιθώρια της. Δεν μπορεί φίλε κανείς να αισθανθεί χορτασμένος από την ηρωίνη. Συνέχεια θέλει και περισσότερο και περισσότερο και περισσότερο. Κι εν κατακλείδι το φιξάκι, φιξάκι άγνωστε νεαρέ, θα 'πρεπε να ξέρεις τι είναι, δεν είναι παρά μια στιγμή, αλλά όπως ήδη κατάλαβες, μπορεί να γίνει μια ολόκληρη ζωή.
Αν έχεις τη δυνατότητα, διαβάζοντας αυτά που σου λέω, να ακούς το δίσκο μου «Εν λευκώ», θα σ' ευχαριστούσα πάρα πολύ.

Underground με στρας
Υπάρχουν διάφορες πλούσιες, κόρες μπαμπάδων, με μαμάδες οι οποίες διαθέτουν ζιγκολό, ο οποίος ζιγκολό είναι γεμάτος φιλοφρόνηση για τον μπαμπά κι ερωτομουρμούρα για τη μαμά. Που αυτές οι πλούσιες κόρες παίζουν με χάρη από μόδα με τη ντρόγκα, το ναρκωτικό, δήθεν οργισμένες, πουλώντας underground κι ελευθερία στον έρωτα. Όταν όμως έρθει η ώρα να πει το παραμύθι, (η εξάρτηση από την ντρόγκα), το «βαποράκι» δεν είναι rock and roll σταρ, σαν τον Παύλο Σιδηρόπουλο, ας μου επιτρέψεις νεαρέ να έχω κι εγώ το δικαίωμα της αυτοειρωνίας. Αυτός, το «βαποράκι», έχει μια πείνα, που τραβάει τη μοίρα πολύ βαθιά και το μάτι του από την αγρύπνια είναι πέτρινη γροθιά. Όπως κατάλαβες νεαρέ, μιλάμε για γενικοκεντρικοστεγανή αρτηρία του εγκεφάλου.

Μιας και ακούς το δίσκο, πρέπει περίπου να 'χεις φτάσει στο τελευταίο τραγούδι της πρώτης πλευράς το «Θάνατο». Κι αν δεις έξω, στο εξώφυλλο, δεν έχει εισαγωγικά ο Θάνατος αυτός, άγνωστε νεαρέ.

Χωρίς αιτία
Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ξεκινάει μ' ένα τραγούδι γραμμένο για κάποιο υπερευαίσθητο άτομο, που κάποτε υπήρξε ηρωινομανής. Είναι υπαρκτό πρόσωπο και τον έχουν ταλαιπωρήσει οι ψυχιατρικές κλινικές της χώρας μας. Αυτό το άτομο είναι αλαζονικό, είναι καχύποπτο, του αρέσει να πετάει την μπέρτα του εμπρός, και κάθε τόσο να λέει: «Να φύγω τώρα, θα σας ξαναδώ». Μοιάζει σαν κάτι να ψάχνει μα κιόλας να το χάνει, κι ούτε ένας από σας δεν ενδιαφέρεται να ρωτήσει τι είναι αυτό που ψάχνει. Μόνο του λέτε καλά, πήγαινε τώρα, γιατί είναι κακιά η ώρα και ο καιρός και η στιγμή, ε, με τον καιρό κάτι θα γίνει. Εκείνος όμως φαίνεται ότι έχει άλλο σκοπό, γιατί κάθεται σε μια παράγκα και χωρίς θεό, ή ήρωες σαν κι αυτούς που σου 'λεγα στην αρχή του άρθρου μου, ψάχνει να βρει κάποιο φάρμακο μοναδικό. Κι έτσι κάποια στιγμή λίγο ειρωνικά, αδικαιολόγητα όπως θα 'λεγες και συ, τα βάζει μ' όλους σας και μια μέρα ξαφνικά αρχίζει και δεν μιλάει, κοιτάει στο κενό, κάτι μυστικό τελικά. Κι έτσι αθόρυβα κι αποφασιστικά, μετατρέπεται σε σκιά και σας λέει άντε να φεύγω τώρα είναι η ώρα και ίσως σας ξαναδώ. Αντίο.

Περισσότερα για την "Εν λευκώ" συζήτηση  ΕΔΩ
Και για να την ακούσετε από τον ίδιο τον Παύλο ΕΔΩ
Λίστα αναπαραγωγής με 41 τραγούδια ΕΔΩ
Επίσημη ιστοσελίδα  της οικογένειας Σιδηροπούλου ΕΔΩ

Pavlos Sidiropoulos -,pbegan his career in 1970 in Thessaloniki, where he was studying maths. Together with Pantelis Delleyannidis he founded the rock group “Damon and Phidias”A song of that era (“Clown”) later came out in the album “Zorba the Freak”. He never finished his studies, and he returned to Athens, disappointed by the revolutionary youth of Thessaloniki at the time, where he worked to his father's factory. They soon met, at "Kittaro" the Greek musician Dionysis Savvopoulos and his group “Bourboulia”. They joined that group and participated in the album “Damis the tough” (Greek: Ντάμης ο σκληρός). They stayed in this group for two years until 1974. It was through this group that Sidiropoulos first experimented with combining Greek and Rock music.
In 1982 the album “En Leyko” was published, of which many of the songs were censored. In 1985, the LP “Zorba the Freak” was released, and in 1989 they released “Without Make-up” (in Greek), which was recorded live at Metro club in Athens.
In the summer of 1990 and after his mother's death, his left hand started getting paralyzed, as a result of his long term drug use that he was trying to overcome for many years. He continued his live performances but the deterioration of his health had serious psychological implications. On December 6, 1990 he died from heart attack, caused by heroin overdose.


  1. Το τραγούδι του Παύλου
  2. Συζήτηση εν λευκώ
  3. Ενα αναμνησιακό τραγουδάκι
  4. Brown sugar (Mick Jagger, Keith Richard )
  5. Street fighting man (Mick Jagger, Keith Richard )
  6. Το βιβλίο των ηρώων
  7. Welcome to the show
  8. Συνέντευξη στην ΕΤ2
  9. Η
10.Αντε ...και καλή τύχη μάγκες!! (Παύλος Σιδηρόπουλος, Αλέκος Αράπης)
11.Η ώρα του Stuff
13.Της εθνικής συμφιλίωσης
15.Πες μου κάτι
16.Χωρίς αιτία (Παύλος Σιδηρόπουλος, Βασίλης Πετρίδης)
17.R' n' R' στο κρεβάτι

Τέσσερα τραγούδια από το δίσκο

Να μ΄αγαπάς / Love me / Que me quieras

Love me

I am writing to you again because I'm in need
at five o'clock in the morning
the only thing that remains
standing in the world, is you.

What good are their honors
the words of those acts
in the screen of my mind
(they are) dead paper idols.

Love me, as much as you can, love me

Looking into the mirror
I see a familiar face
whose uggliness might go away
once I wash and shave

The breath stinks from the cigaretts
my brain is being overencumberred from the many thought
on the wall there is some Mona Liza
who brings you even closer

Love me, as much as you can, love me

Although this letter is nearing its end
my need does not stop
like the bird on a wire
like an outlaw on the loose *

I want you to come and enlighten me, **
to tell me the fairytale,
to hug me like mother earth
like a white light to return

Que me quieras
De necesidad te escribo de nuevo
la hora cinco por la mañana
la única cosa que queda en pie
en este mundo eres tu.

¿Y que haga con sus honores
con la palabras del teatro?
Entre la pantalla de mi celebro
ídolos del papel, muertos

Que me quieras Lo más que puedas que me quieras...

Mirando en el espejo
veo una cara conocida
y quizá su fealdad se vaya
en cuando me lave y me afeite

La boca huele de los cigarros
Agrava el celebro de los pensamientos
en la pared alguna Mona Lisa
te lleva todavía mas cerca

Que me quieras Lo más que puedas que me quieras...

Aunque esta carta se acaba
mi necesidad no para
como el pájaro en el cable
como el golfo que vaga

Quiero que vengas y me enciendas
el cuento que me digas
como madre tierra que me abraces
como luz blanca que regreses...