Κείμενο υποδοχής

If I had to choose between music, dance or photography, I would choose all three, for I am enchanted with music, thrilled by dance and redeemed by photography!
Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη μουσική, το χορό και τη φωτογραφία, θα επέλεγα και τις τρεις τέχνες. Η μουσική με μαγεύει, ο χορός με ενθουσιάζει και η φωτογραφία με λυτρώνει!...

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Pablo Neruda / Los muertos de la plaza / Οι νεκροί της πλατείας


Pablo Neruda (1904-1973), whose real name is Neftalí Ricardo Reyes Basoalto, was born on 12 July, 1904, in the town of Parral in Chile. His father was a railway employee and his mother, who died shortly after his birth, a teacher. Some years later his father, who had then moved to the town of Temuco, remarried doña Trinidad Candia Malverde. The poet spent his childhood and youth in Temuco, where he also got to know Gabriela Mistral, head of the girls' secondary school, who took a liking to him. At the early age of thirteen he began to contribute some articles to the daily "La Mañana", among them, Entusiasmo y Perseverancia - his first publication - and his first poem. In 1920, he became a contributor to the literary journal "Selva Austral" under the pen name of Pablo Neruda, which he adopted in memory of the Czechoslovak poet Jan Neruda (1834-1891). Some of the poems Neruda wrote at that time are to be found in his first published book: Crepusculario (1923). The following year saw the publication of Veinte poemas de amor y una cancion desesperada, one of his best-known and most translated works. Alongside his literary activities, Neruda studied French and pedagogy at the University of Chile in Santiago.
Read more HERE


Πάμπλο Νερούδα
«Ήτανε της τύχης μου να υποφέρω όσα υπέφερα και της τύχης μου να αγωνιστώ όπως αγωνίστηκα, να αγαπήσω και να τραγουδήσω όπως τραγούδησα. Γνώρισα σε διάφορα σημεία της Γης το θρίαμβο και την ήττα, έχω ζωντανή στη μνήμη μου τη γεύση του ψωμιού, αλλά και τη γεύση του αίματος. Τι περισσότερο μπορεί να θέλει ένας ποιητής; Η ζωή μου στάθηκε η ίδια η ποίησή μου και η ποίησή μου υπήρξε το στήριγμα όλων των αγώνων μου. Αν και πολλά βραβεία μού δόθηκαν (μεταξύ των οποίων το "Λένιν" - 1952 και το Νόμπελ - 1971), κανένα δεν μπορεί να παραβληθεί με το τελευταίο βραβείο. Να είμαι ο ποιητής του λαού μου. Το μεγάλο, το μοναδικό μου βραβείο είναι αυτό κι όχι τα βιβλία μου που μεταφράστηκαν σ' όλες τις γλώσσες του κόσμου, ούτε τα βιβλία που γράφτηκαν για να αναλύσουν τα λόγια μου».

Ο Νεφταλί Ρικάρδο Ρέγιες Μπασσάλτο, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Νερούδα, ποιητής, διπλωμάτης, κομουνιστής,  γεννήθηκε το 1904 στο Παρράλ της Χιλής. Ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς και παραγωγικούς ποιητές της Λατινικής Αμερικής, με περισσότερα από 30 βιβλία στο ενεργητικό του. Εντάχθηκε στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος και αρκετά χρόνια αργότερα εκλέχτηκε γερουσιαστής. Αντιπροσώπευσε τη χώρα του ως διπλωμάτης από το 1926 ως το 1938 σε διάφορα μέρη της Άπω Ανατολής και της Ισπανίας, όπου έζησε από κοντά τον εμφύλιο. Πίστευε ότι ο ποιητής οφείλει να συμμετέχει στα κοινά και δεν διαχώριζε την ποίηση από την πολιτική. Όταν το 1948 το Κομμουνιστικό Κόμμα κηρύχτηκε παράνομο, ο Νερούδα ταξίδεψε αρχικά στην Αργεντινή και αργότερα στη Σοβιετική Ένωση. Επέστρεψε στη Χιλή τέσσερα χρόνια αργότερα και το 1953 του απενεμήθη το Βραβείο Λένιν. Παράλληλα όμως με τα πολιτικοποιημένα ποιήματά του, ο Νερούντα έγραψε και μεγάλο αριθμό προσωπικών και οικείων ποιημάτων. Η φήμη του Χιλιανού ποιητή είχε απλωθεί σε όλο τον κόσμο και το 1971, περίοδος που ο Νερούδα ήταν πρεσβευτής στη Γαλλία, του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε το 1973 σε ηλικία 69 ετών και η κηδεία του ήταν το πρώτο ξέσπασμα των Χιλιανών εναντίον της δικτατορίας.
Πλούσιο αφιέρωμα στο Μηναίο Περιοδικό Πολιτισμού ''ως3''






















''Οι νεκροί της πλατείας''
Στίχοι: Pablo Neruda & Δανάη Στρατηγοπούλου
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης

Τούτοι δω εφέρανε τουφέκια γεμάτα μπαρούτι
τούτοι δω διατάξανε τη στυγερή εξόντωση
τούτοι δω συναντήσανε το λαό να τραγουδάει ενωμένος
Και το λιγνό κορίτσι έπεσε με την σημαία του
και το αγόρι κύλησε χαμογελώντας λαβωμένο
λαβωμένο στο πλευρό της
Του προδότη που προχώρησε ως ετούτο το έγκλημα ζήτω την τιμωρία
Εκείνου που ‘δωκε το σύνθημα του θάνατου ζητώ την τιμωρία
Εκείνων που προστατέψανε αυτό το έγκλημα ζητώ την τιμωρία
Δε θέλω να μου δίνουνε το χέρι, το μουλιασμένο από το δικό μας αίμα
Δεν τους θέλω για πρεσβευτές, ούτε ήσυχους μέσα στα σπίτια τους
Θέλω να τους δω να δικάζονται, σε τούτο δω το μέρος, σε τούτη την πλατεία.
(Οι Ελληνικοί στίχοι, πέρα από τον κοινό τίτλο, δεν έχουν καμιά σχέση με το πρωτότυπο ποίημα του Νερούδα. Προφανώς, η Δανάη, άλλαξε ριζικά το νόημα του ποιήματος).

''Οι νεκροί της πλατείας''

Los muertos de la plaza
(28 de enero de 1948. Santiago de Chile)
Pablo Neruda
Yo no vengo a llorar aquí donde cayeron:
vengo a vosotros, acudo a los que viven.
Acudo a ti y a mí y en tu pecho golpeo.
Cayeron otros antes. Recuerdas?
Sí, recuerdas.
Otros que el mismo nombre y apellido tuvieron.
En San Gregorio, en Lonquimay lluvioso,
en Ranquil, derramados por el viento,
en Iquique, enterrados en la arena,
a lo largo del mar y del desierto,
a lo largo del humo y de la lluvia,
desde las pampas a los archipiélagos
fueron asesinados otros hombres,
otros que como tú se llamaban Antonio
y que eran como tú pescadores o herreros:
carne de Chile, rostros
cicatrizados por el viento,
martirizados por la pampa,
firmados por el sufrimiento.
Yo encontré por los muros de la patria,
junto a la nieve y su cristalería,
detrás del río de ramaje verde,
debajo del nitrato y de la espiga,
una gota de sangre de mi pueblo
y cada gota, como el fuego, ardía.

Bonus

Mikis Theodorakis & Pablo Neruda - 1980 - Canto General


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου