Κείμενο υποδοχής

If I had to choose between music, dance or photography, I would choose all three, for I am enchanted with music, thrilled by dance and redeemed by photography!
Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη μουσική, το χορό και τη φωτογραφία, θα επέλεγα και τις τρεις τέχνες. Η μουσική με μαγεύει, ο χορός με ενθουσιάζει και η φωτογραφία με λυτρώνει!...

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Επιτάφιος

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω...
Δε νομίζω πως υπάρχει πιο συγκλονιστικός σπαραγμός μάνας που κρατάει στην αγκαλιά της το σκοτωμένο παιδί της, από το ποίημα αυτό του Γιάννη Ρίτσου. Μόνο με τον εκκλησιαστικό επιτάφιο θρήνο "Ω γλυκύ μου Έαρ" μπορεί να συγκριθεί.
Για να κατανοήσουμε καλύτερα τον "Επιτάφιο", ας αναφερθούμε στα γεγονότα που συντάραξαν το πανελλήνιο εκείνη την εποχή. Από τις επιτυχημένες  διεκδικήσεις των εργατών στον Καναδά το 1872 και από τις αιματοβαμένες εξεγέρσεις των εργατών στο Σικάγο ,στις αρχές Μάη του 1886, φθάσαμε στα αιματηρά γεγονότα της Θεσσαλονίκης το Μάη του 1936.
Στις 9 Μαΐου 1936, λοιπόν, κορυφώνεται η μεγάλη καπνεργατική απεργία και 30.000 απεργοί πλαισιωμένοι από πλήθος λαού κατακλύζουν τους κεντρικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης.Οι διασταυρώσεις των οδών Βενιζέλου και Εγνατία, Συγγρού και Πτολεμαίων κτλ. θα μεταβληθούν σε "κρανίου τόπους" καθώς ο διαβόητος διοικητής της αστυνομίας Ντάκος (που θα μείνει κι αυτός ατιμώρητος, όπως και τόσοι άλλοι απίστευτοι θύτες της πολιτικής μας ιστορίας) θα δώσει στους οπλισμένους αστυνομικούς που βρίσκονταν στις ταράτσες την εντολή "πυρ"!, (ό έστι μεθερμηνευόμενον "βαράτε στο ψαχνό"!).
Ο θλιβερός απολογισμός: 9 νεκροί, 32 βαριά τραυματισμένοι και 250 ελαφρότερα. Αυτή ήταν η πιο απάνθρωπη και αιματηρή καταστολή εργατικής και λαϊκής κινητοποίησης στην πόλη: "Ο Μάης του ’36". Τον σηματοδοτεί-συμβολίζει η εικόνα της μάνας που θρηνεί αλλά και οι φωτογραφίες με τη λαοθάλασσα, που συνόδευσε τα θύματα στην τελευταία κατοικία τους.

Η εφημερίδα  "Μακεδονία" της 12ης Μάη 1936 εκτός από το χρήσιμο φωτογραφικό πρωτοσέλιδο παρέχει και μία ενδιαφέρουσα "εικόνα" της πόλης την "επόμενη μέρα":
"Κυριακή 10 Μαΐου 1936: Η Θεσσαλονίκη βγαίνει σιγά σιγά από τη θαμπή και μελαγχολική αυγή σαν να φοβάται να ξυπνήσει, ν’ ανοίξει τα μάτια της στο φρικτό θέαμα που την περιμένει: Δρόμοι σπαρμένοι με πτώματα αδικοσκοτωμένων ανθρώπων, λιθόστρωτα πεζοδρομίων βαμμένα και τοίχοι πιτσιλισμένοι από το αίμα δολοφονημένων αθώων, ρολά καταστημάτων και παντζούρια μεγάρων διάτρητα από σφαίρες. Μαυροντυμένες συνοικίες και συνοικισμοί. Η μάζα και η προσφυγιά βυθισμένη στο πένθος, στο θρήνο, στην απόγνωση. Χθες η Θεσσαλονίκη ήταν ένα πεδίο μάχης, σήμερα είναι πόλις πένθους. (…) 
Όλοι οι δρόμοι που οδηγούν στην Ευαγγελίστρια μαυρίζουν από ένα πυκνό μαυροντυμένο πλήθος, μία πυκνή λαοθάλασσα με υψωμένα χέρια, απειλητική, θυμωμένη, κάτω από ένα πυκνό δάσος από λάβαρα, μαύρες σημαίες και αμέτρητους σωρούς λουλουδιών (…)".
Και στο σημείο αυτό πρέπει να θυμηθούμε ότι στις 12.5.1936 δημοσιεύτηκαν στο “Ριζοσπάστη” τρία από τα τραγούδια του Επιτάφιου με τίτλο “Μοιρολόι”, αφιερωμένα στους "ηρωικούς εργάτες" της Θεσσαλονίκης. Στις 8 Ιουνίου κυκλοφόρησε σε 10.000 αντίτυπα ολόκληρο το έργο του Γ. Ρίτσου. Μέσα σε δύο μήνες το βιβλίο σχεδόν εξαντλήθηκε. Τα τελευταία αντίτυπά του … κάηκαν από τη Δικτατορία στις στήλες του Ολυμπίου Διός.

Την Πρωτομαγιά του 1909 γεννήθηκε Γιάννης Ρίτσος. Ημέρα, σύμβολο των μακρόχρονων αγώνων και των απροσμέτρητων θυσιών των ταπεινών και καταφρονεμένων. Και ο ίδιος  χαιρόταν που γεννήθηκε την ημέρα της παγκόσμιας εργατιάς και αξιώθηκε να πορευτεί μαζί της. Να υμνήσει τους αγώνες. Να θρηνήσει τους θυσιασμένους ήρωές της.
Μέρα Μαγιού έγραψε και το υπέρτατου, μοναδικού, αθάνατου κάλλους ποίημά του «Επιτάφιος». Εργο πανανθρώπινο, διαχρονικό και επίκαιρο, όσο έστω και ένας εργάτης, οποτεδήποτε και οπουδήποτε στην οικουμένη, θα θυσιάζεται από τους εκμεταλλευτές του. Εργο, κορυφαίος «διάδοχος» της αρχαίας τραγωδίας και της μακραίωνης δημοτικής μας ποίησης, θα συναρπάζει με την αλήθεια, το λυρισμό, τη μουσικότητά του, κάθε άνθρωπο. Κάθε εποχής.
Η συγκλονιστική φωτογραφία με τη μάνα (Κατίνα Τούση) να θρηνεί πάνω από το πτώμα του γιου της, το Μάιο του ’36 (πρωτοσέλιδη στην εφ. "Ριζοσπάστης" αλλά και στη "Μακεδονία" της 12ης Μάη 1936), θα εμπνεύσει τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον Επιτάφιο.
Ο "Επιτάφιος" του Ρίτσου πέρασε "μέσα στις φλέβες" των παλαιότερων γενιών. Εγινε "κειμήλιο" δικό τους και κληρονομιά της σημερινής και των επερχόμενων γενεών, ώστε να τους "μεταγγίζει" με το μήνυμα και το κάλλος του την "Ανάγκη". Την Ανάγκη καταπολέμησης του κακού που επιβάλλει το νεοταξικό "παγκοσμιοποιημένο" κεφάλαιο για όλους τους επί Γης εργαζόμενους.
Αν θέλετε να διαβάσετε λεπτομέρειες για τα τραγικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης, δείτε το φύλλο του Ριζοσπάστη με ημερομηνία 10/5/1936, δηλαδή, ακριβώς την επόμενη ημέρα.


"Που πέταξε τ' αγόρι μου" - "Χείλι μου μοσχομύριστο" -  "Μέρα μαγιού μου μίσεψες"  


"Βασίλεψες αστέρι μου" - "Ήσουν καλός" - "Στο παραθύρι στεκόσουν"


"Νά 'χα τ' αθάνατο νερό" - "Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες"



Ο "Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο" με τη Μαρία Σουλτάτου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου