Κείμενο υποδοχής

If I had to choose between music, dance or photography, I would choose all three, for I am enchanted with music, thrilled by dance and redeemed by photography!
Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη μουσική, το χορό και τη φωτογραφία, θα επέλεγα και τις τρεις τέχνες. Η μουσική με μαγεύει, ο χορός με ενθουσιάζει και η φωτογραφία με λυτρώνει!...

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Αφιέρωμα στον Μπέρτολτ Μπρεχτ / Tribute to Bertolt Brecht

Bertolt Brecht (10 February 1898 – 14 August 1956) was born in Augsburg, Bavaria, (about 50 miles (80 km) north-west of Munich) to a conventionally-devout Protestant mother and a Catholic father (who had been persuaded to have a Protestant wedding). His father worked for a paper mill, becoming its managing director in 1914. Thanks to his mother's influence, Brecht knew the Bible, a familiarity that would impact on his writing throughout his life. From her, too, came the "dangerous image of the self-denying woman" that recurs in his drama. Brecht's home life was comfortably middle class, despite what his occasional attempt to claim peasant origins implied. At school in Augsburg he met Caspar Neher, with whom he formed a lifelong creative partnership, Neher designing many of the sets for Brecht's dramas and helping to forge the distinctive visual iconography of their epic theatre.
When he was 16, the First World War broke out. Initially enthusiastic, Brecht soon changed his mind on seeing his classmates "swallowed by the army". On his father's recommendation, Brecht sought a loophole by registering for an additional medical course at Munich University, where he enrolled in 1917. There he studied drama with Arthur Kutscher, who inspired in the young Brecht an admiration for the iconoclastic dramatist and cabaret-star Wedekind.
From July 1916, Brecht's newspaper articles began appearing under the new name "Bert Brecht" (his first theatre criticism for the Augsburger Volkswille appeared in October 1919). Brecht was drafted into military service in the autumn of 1918, only to be posted back to Augsburg as a medical orderly in a military VD clinic; the war ended a month later.
In July 1919, Brecht and Paula Banholzer (who had begun a relationship in 1917) had a son, Frank. In 1920 Brecht's mother died.
Read More Wikipedia

 
Μπέρτολτ Μπρεχτ (10 Φεβρουαρίου 1898 - 14 Αυγούστου 1956) Γεννήθηκε το 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε το 1956 στο Ανατολικό Βερολίνο. Η μητέρα του ήταν Προτεστάντισα και ο πατέρας του Καθολικός διευθυντής εταιρίας χάρτου. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1917 - 1921), επιστρατεύεται ως νοσοκόμος και υπηρετεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρχίζει να γράφει ποιήματα και θεατρικά. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του ήταν το "Εγκόλπιο ευσέβειας" (Hauspostille).
Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, συνάντησε και δούλεψε με το συνθέτη Χανς Έισλερ και ανέπτυξαν φιλία ζωής. Γνώρισε και την Χέλενε Βάιγγελ, τη δεύτερη γυναίκα του που τον συνόδεψε αργότερα στην εξορία μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το 1922 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια της όπερας Μαριάν Ζόφ. Η κόρη τους Ανν Χιόμπ γεννήθηκε ένα χρόνο μετά. Το 1923 προσλήφθηκε βοηθός σκηνοθέτη στο Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του Μαξ Ράινχαρτ. Άρχισε να φοιτά στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή και μελέτησε διαλεκτικό υλισμό. Το 1930 παντρεύτηκε την Χέλενε Βάιγγελ που του είχε χαρίσει ήδη ένα γιο. Στη συνέχεια απέκτησαν και μια κόρη.

Η προσαρμογή της Όπερας των ζητιάνων του Τζον Γκέι με το όνομα Η Όπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper, 1928) σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και ο αντίκτυπος του επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή, ο Μπρεχτ στηλίτευε την καθώς πρέπει βερολινέζικη αστική τάξη που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής.
Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε μέχρι το έτος 1948. Έζησε πρώτα στη Δανία και τη Φινλανδία και μετά στις ΗΠΑ καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στη Μόσχα εξέδωσε σε συνεργασία με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό «Η Λέξη» (Das Wort). Στην Αμερική, όπου έζησε το κύριο μέρος της ζωής του, δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς.
Μετά το τέλος του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και μαζί με την Χέλενε Βάιγκελ (Ηelene Weigel) ίδρυσαν (1949) το Μπερλίνερ Ανσάμπλ (Berliner Ensemble). Το 1950 εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Τεχνών. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ το 1951 και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1954

Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του, που εμπνέεται από τη μαρξιστική φιλοσοφία. Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1920 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία.
Ο Μπρεχτ άρχισε την καριέρα του ως δραματουργός με μια σειρά πειραματισμούς, επηρεασμένος από τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, όπως στο έργο του "Βάαλ" (Baal, 1918). Με το αντιπολεμικό έργο του "Ταμπούρλα μες τη Νύχτα" (1922) κερδίζει το Βραβείο Κλάιστ (Kleist Prize). Ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864 - 1918) κι επηρεάστηκε σημαντικά από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το "διδακτικό" και "ανθρωπιστικό" θέατρο που για χρόνια υπηρέτησε ο Μπρεχτ απηχεί τη μαρξιστική ιδεολογία του. Ήταν τότε που έγραψε και το λιμπρέτο της όπερας (με μουσική του Κουρτ Βάιλ) " Η 'Ανοδος και η Πτώση της πόλης Μαχάγκονυ" (1930).

Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, ο Μπρεχτ έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: "Η Ζωή του Γαλιλαίου" (1937-39), "Μάνα Κουράγιο και τα Παιδιά της" (1936-39), "Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν" (1935-41), "Ο Κύριος Πούντιλα και ο Υπηρέτης του Μάττι" (1940), "Η 'Ανοδος του Αρτούρου Ούι" (1941), "Τα Οράματα της Σιμόνης Μασάρ" (1940-43), "Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο" (1942-43) και "Ο Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία" (1943-45). Το 1944 γράφει το έργο "Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής", μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού.
Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο, αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949, ο Μπρεχτ αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Έγραψε εκατοντάδες ποιήματα που αντανακλούν τη σταδιακή μεταστροφή του προς τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι: Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε, Εγκώμιο στη μάθηση, Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου, Αυτό θέλω να τους πω, Να καταπολεμάτε το πρωτόγονο, Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ, Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου, Εγκώμιο στον Κομμουνισμό, Εγκώμιο στη Διαλεκτική.
Περισσότερα στη Βικιπαίδεια

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ διαχρονικός. 
Τι κι αν γεννήθηκε στη δύση του 19ου αιώνα. Τι κι αν δημιούργησε και πέθανε στον περασμένο, πλέον, 20ό αιώνα. Ο Μπρεχτ και το έργο του είναι του 21ου αιώνα. Και θα είναι εκείνης της εποχής, που η εργατική τάξη, όλοι οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι και οι λαοί θα απελευθερωθούν από τον καπιταλιστικό «ζυγό». Τότε, που θα μπορούν πια με σιγουριά να πουν: «Τις δυσκολίες των βουνών τις ξεπεράσαμε/ Τώρα έχουμε ν' αντιμετωπίσουμε/ Τις δυσκολίες των πεδιάδων» και θα ξέρουν τι ταιριάζει για πάντα να γραφεί στην «ταφόπετρα» αυτού του επαναστάτη και αθάνατου δημιουργού: «Έκανε προτάσεις. Εμείς/ Τις δεχτήκαμε».
Διαβάστε το μεγάλο αφιέρωμα στο ως3


Die Legende vom toten Soldaten / Ο θρύλος του νεκρού στρατιώτη (Η μπαλάντα του νεκρού στρατιώτη)
Und als der Krieg im vierten Lenz Keinen Ausblick auf Frieden bot
Da zog der Soldat seine Konsequenz Und starb den Heldentod.

Der Krieg war aber noch nicht gar Drum tat es dem Kaiser leid
Daß sein Soldat gestorben war: Es schien ihm noch vor der Zeit.

Der Sommer zog über die Gräber her Und der Soldat schlief schon
Da kam eines Nachts eine militär- ische ärztliche Kommission.

Es zog die ärztliche Kommission Zum Gottesacker hinaus
Und grub mit geweihtem Spaten den Gefallnen Soldaten aus.

Der Doktor besah den Soldaten genau Oder was von ihm noch da war
Und der Doktor fand, der Soldat wär k. v. Und er drücke sich vor der Gefahr.

Und sie nahmen sogleich den Soldaten mit Die Nacht war blau und schön.
Man konnt', wenn man keinen Helm aufhatt' Die Sterne der Heimat sehn.

Sie schütteten ihm einen feurigen Schnaps
In den verwesten Leib Und hängten zwei Schwestern in seinen Arm Und ein halb entblößtes Weib.

Und weil der Soldat nach Verwesung stinkt Drum hinkt ein Pfaffe voran
Der über ihn ein Weihrauchfaß schwingt Dass er nicht stinken kann.

Voran die Musik mit Tschindrara Spielt einen flotten Marsch
Und der Soldat, so wie er 's gelernt Schmeißt seine Beine vom Arsch.

Und brüderlich den Arm um ihn Zwei Sanitäter gehn
Sonst flög er noch in den Dreck ihnen hin Und das darf nicht geschehn.

Sie malten auf sein Leichenhemd Die Farben Schwarz-Weiß-Rot
Und trugen 's vor ihm her; man sah Vor Farben nicht mehr den Kot.

Ein Herr im Frack schritt auch voran Mit einer gestärkten Brust
Der war sich als ein deutscher Mann Seiner Pflicht genau bewußt.

So zogen sie mit Tschindrara Hinab die dunkle Chaussee
Und der Soldat zog taumelnd mit Wie im Sturm die Flocke Schnee.

Die Katzen und die Hunde schrein Die Ratzen im Feld pfeifen wüst:
Sie wollen nicht französisch sein Weil das eine Schande ist.

Und wenn sie durch die Dörfer ziehn Waren alle Weiber da
Die Bäume verneigten sich, der Vollmond schien Und alles schrie hurra.

Mit Tschindrara und Wiedersehn! Und Weib und Hund und Pfaff!
Und mitten drin der tote Soldat Wie ein besoffner Aff.

Und wenn sie durch die Dörfer ziehn Kommt 's, dass ihn keiner sah
So viele waren herum um ihn Mit Tschindrara und Hurra.

So viele tanzten und johlten um ihn Daß ihn keiner sah.
Man konnte ihn einzig von oben noch sehn Und da sind nur Sterne da.

Die Sterne sind nicht immer da Es kommt ein Morgenrot.
Doch der Soldat, so wie er 's gelernt Zieht in den Heldentod.
Die Legende vom toten Soldaten - Ernst Busch



Η Μπαλάντα Του Νεκρού Στρατιώτη - Μαρία Φαραντούρη


Ernst Busch singt das Einheitsfrontlied (Brecht-Eisler) 1937 als 4-sprachige Version (Ο Ernst Busch τραγουδά το "Τραγούδι της ενότητας" σε 4 γλώσσες)
Y como ser humano el hombre lo que quiere es su pan
Las habladurías le bastan ya Porque éstas nada le dan.
Pues, un, dos, tres, Pues, un, dos, tres.
Compañero, en tu lugar! Porque eres del pueblo afíliate ya
En el Frente Popular.

And just because he's human, he doesn't like a pistol to his head,
he wants no servants under him and no boss over his head.
So left, two, three. So left, two, three.
to the work, that we must do. March on in the workers united front, for you are a worker too.

Tu es un ouvrier - oui ! viens avec nous, ami, n'ai pas peur !
Nous allons vers la grande union de tous les vrais travailleurs.
Marchons au pas, Marchons au pas,
camarades, vers notre front! Range toi dans le front de tous les ouvriers avec tous tes frères étrangers.

Und weil der Prolet ein Prolet ist, drum wird ihn kein anderer befrein,
es kann die Befreiung der Arbeiter nur  das Werk der Arbeiter sein.
Drum links, zwei, drei Drum links, zwei, drei!
Wo dein Platz, Genosse, ist! Reih' dich ein in die Arbeitereinheitsfront, Weil du auch ein Arbeiter bist. 


Lied der Einheitsfront

Το τραγούδι της ενότητας - Μαρία Φαραντούρη



"Ο κόσμος έγινε άνω κάτω" Μουσική Μάνου Χατζιδάκι από τον κύκλο τραγουδιών
''Ο ΚΥΚΛΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΜΩΛΙΑ '' για το ομώνυμο θεατρικό έργο του Μπέρτολτ Μπρέχτ που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1957 από το θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, απόδοση Οδυσσέα Ελύτη, σκηνικά και κοστούμια Γιώργου Βακαλό.


Ένα τραγούδι από το θεατρικό έργο "Μάνα κουράγιο" 
Meryl Streep singing Brecht En Veu Alta "Cançó de la gran capitulació" (Mare Coratge)




«Το τραγούδι της Μάνας Κουράγιο» από το θεατρικό έργο του Bertol Brecht «Μάνα Κουράγιο» σε μουσική Paul Dessaw. Πρόκειται για την τελευταία σκηνική δραματουργία της Κατίνας Παξινού. Πρώτη παράσταση Οκτώβριος 1971 Θέατρο «Πάνθεον» Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης. Σκηνοθεσία: Αλέξης Μινωτής.
Διεύθυνση ορχήστρας: Ελένη Χαλκιαδάκη.
 


"Άννα μην κλαις"  με τη  Μαρία Δημητριάδη - Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος.
Στίχοι: Μπέρτολντ Μπρεχτ / Απόδοση: Μάριος Πλωρίτης.
Από το δίσκο «Τραγούδια της Λευτεριάς» (1978).


 
"Θέλω να πάω μ'αυτόν που αγαπάω" Ερμηνεύει η Σοφία Μιχαηλίδου Μουσική : Μιχάλης Τερζής Ποίηση : Μπέρτολτ Μπρέχτ απόδοση  κειμένου Κωστής Τριανταφύλλου 



9 σχόλια:

  1. Πολύ ωραίο και κατατοπιστικό το αφιέρωμα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "Βγες έξω σύντροφε, ρίσκαρε τη δεκάρα, που ούτε δεκάρα πια δεν είναι,
    τον τόπο για ύπνο που πάνω του πέφτει η βροχή και της δουλειάς τη θέση, που αύριο θα χάσεις"
    Ας τον ακούσουμε τον σύντροφο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. πολύ ωραίο το αφιέρωμα σου Χρήστο !
    Επίτρεψε μου να βάλω δύο πολυαγαπημένα ποιήματα

    ΤΟ ΚΟΜΜΕΝΟ ΣΚΟΙΝΙ

    Το κομένο σκοινί
    Μπορείς να το ξαναδέσεις
    Θα κρατήσει πάλι, ωστόσο
    Θα'ναι κομένο.

    Ισως πάλι ν' ανταμώσουμε,
    Μα εκεί που μ' άφησες
    Δεν πρόκειται ποτέ
    Να με ξαναβρείς.

    ΣΕ ΟΤΙ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ

    Σε ό τι αισθάνεσαι
    Δώσε τη μικρότερη σημασία.

    Είπε ότι δεν μπορεί να ζήσει
    χωρίς εσένα. Υπολόγισε λοιπόν,
    Πως όταν τον ξαναδεις
    Θα σε θυμηθεί.

    Κάνε μου λοιπόν τη χάρη να μη μ' αγαπάς τόσο πολύ.

    Την τελευταία φορά που μ' αγάπησαν
    Δε μού'καναν όλο τόν καιρό την παραμικρή
    Φιλική χειρονομία

    Μπέρτολτ Μπρέχτ Ποιήματα εκδόσεις "Κείμενα" 1970

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Λουκία για τα ποιήματα! Εκδόσεις "Κείμενα".... Κα΄τι μου θυμίζει.... Μήπως τα εξέδιδε ο Φίλιππος Βλάχος;

      Διαγραφή
  4. ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ! ΠΛΗΡΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ! ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΧΡΗΣΤΟ! ΔΕΔΟΜΕΝΗΣ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΜΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΠΡΕΧΤ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι Ελένη που οι κόποι και τα ξενύχτια μου δεν πάνε χαμένα!

      Διαγραφή
  5. Eυχαριστούμε πολύ Χρήστο. Εξαιρετική δουλειά.


    Γιαννης Στουπής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση!!:):)
    Γνωρίζετε για το θρυλο του νεκρου στρατιώτη ποιός έχει κάνει τη μετάφραση κ την μουσική;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή