Κείμενο υποδοχής

If I had to choose between music, dance or photography, I would choose all three, for I am enchanted with music, thrilled by dance and redeemed by photography!
Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη μουσική, το χορό και τη φωτογραφία, θα επέλεγα και τις τρεις τέχνες. Η μουσική με μαγεύει, ο χορός με ενθουσιάζει και η φωτογραφία με λυτρώνει!...

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Earth's Population / Ο Πληθυσμός της Γης

Population Seven Billion
The United Nations estimates that in one week, on October 31, 2011, the world's population will reach 7 billion. Just 200 years ago, there were only 1 billion people on the planet, and over the next 150 years, that number grew to 3 billion. But in the past 50 years, the world's population has more than doubled, and it is projected to grow to 15 billion by the year 2100. As the UN points out, this increasing rate of change brings with it enormous challenges. Meeting the basic needs of so many will meaning growing, shipping, and distributing more food while providing more clean water, health care, and shelter -- all without inflicting too much further damage on our environmen

1. A baby gestures minutes after he was born inside the pediatric unit at hospital Escuela in Tegucigalpa, Honduras, on October 21, 2011. According to Honduras' health authorities, about 220,000 babies are born in Honduras each year and the cost of having a baby delivered at the public hospital is $10.
(Reuters/Edgard Garrido) 

7 Δισεκατομμύρια ο πληθυσμός της Γης
Εκτιμάται από τα Ηνωμένα Έθνη πως, στις 31 Οκτωβρίου του 2011, ο πληθυσμός της γης, θα φθάσει στα...7 δισεκατομμύρια. Πριν 200 χρόνια, υπήρχαν μόνο 1 δισεκατομμύριο  άνθρωποι, ενώ τα επόμενα 150 χρόνια, ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε 3 δισεκατομμύρια. Τα τελευταία 50 χρόνια, ο παγκόσμιος πληθυσμός έχει υπερδιπλασιαστεί και εκτιμάται πως, το 2100 θα φθάσει έως τα ....15 δισεκατομμύρια!!!!! Όπως επισημαίνει ο διεθνής οργανισμός, αυτός ο αυξανόμενος ρυθμός αλλαγής, φέρνει μαζί του τεράστιες προκλήσεις που σημαίνει, περισσότερη παραγωγή φαγητού και διανομή καθαρού νερού. Από την άλλη, το θέμα της υγειονομικής περίθαλψης και η εξασφάλιση στέγης, είναι σίγουρο πως θα προκαλέσει κοινωνικές εκρήξεις και η ισορροπία στο  περιβάλλον θα διαταραχθεί. Μπορεί ο Θεός να είπε "Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και κατακυριεύσατε τη Γη" δεν είχε αντιληφθεί, όμως, πως η κατάσταση θα έφθανε στο απροχώρητο.
Για παράδειγμα, στη δεύτερη φωτογραφία ο Ziona έχει 39 γυναίκες, 94 παιδιά και 33 εγγόνια!!! 
Με πατεράδες, μαμάδες, γιαγιάδες και παπούδες, η οικογένεια απαριθμεί ... 181 μέλη!!! Είπατε τίποτα;


Ιδού τι γράφει η Παλαιά Διαθήκη:

1) ΕΝ ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 2) ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. 3) καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς. 4) καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους. 5) καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία........
........20) Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν καὶ πετεινὰ πετόμενα ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ. καὶ ἐγένετο οὕτως. 21) καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ κήτη τὰ μεγάλα καὶ πᾶσαν ψυχὴν ζῴων ἑρπετῶν, ἃ ἐξήγαγε τὰ ὕδατα κατὰ γένη αὐτῶν, καὶ πᾶν πετεινὸν πτερωτὸν κατὰ γένος. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλά. 22) καὶ εὐλόγησεν αὐτὰ ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὰ ὕδατα ἐν ταῖς θαλάσσαις, καὶ τὰ πετεινὰ πληθυνέσθωσαν ἐπὶ τῆς γῆς.

Όλες οι φωτογραφίες (είναι του Reuters) και οι λεζάντες είναι από την  "the Atlantic"

2. Family members of Ziona pose for a group photograph in Baktawng village in the northeastern Indian state of Mizoram, on October 7, 2011. Ziona is the head of a religious sect called "Chana," which allows polygamy and was founded by his father Chana in 1942. Ziona has 39 wives, 94 children and 33 grandchildren. He lives in his 4 story 100-room house with 181 members of his family. (Reuters/Adnan Abidi) 
3. People gather to get water from a huge well in the village of Natwarghad in the western Indian state of Gujarat on June 1, 2003. (Reuters/Amit Dave) 

4. Thousands of Bangladeshi Muslims board overcrowded trains as they try to return home after attending a three-day Islamic Congregation on the banks of the river Turag in Tongi, outskirts of Dhaka, Bangladesh, on January 23, 2011. The congregation held each year since 1966, is among the world's largest religious gatherings. (AP Photo/Pavel Rahman)
5. Residents crowd in a swimming pool to escape the summer heat during a hot weather spell in Daying county of Suining, China, on July 4, 2010. (Reuters/Stringer) 
6. Motorists crowd at a junction during rush hour in Taipei, on October 29, 2009. There are more than 8.8 million motorcycles and 4.8 million cars on Taiwan's roads and nearly all motor vehicles and inhabitants are squeezed into a third of the island's area. (Reuters/Nicky Loh)
7. The crowded maternity ward of the government-run Dr. Jose Fabella Memorial Hospital in Manila, Philippines, on June 1, 2011. The ward, the busiest in the country, sees an average of 60 births every day. The Philippines' population growth rate of around 2.0 percent is above Southeast Asia's average of around 1.7 percent, with an estimated 200 babies born every hour. Lack of a national policy on birth control and access to modern family planning methods - frowned upon by the powerful Catholic church - are some of the factors that have led to the country's population ballooning to nearly 100 million, according to various government and private sector estimates, with the Philippines the second most populous nation in the region after Indonesia. (Reuters/Cheryl Ravelo)
Περισσότερες φωτογραφίες στο the Atlantic 



Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Μάνος Χατζιδάκις / Manos Hadjidakis


AUTOBIOGRAPHICAL NOTE

I was born on 23rd October, 1925, in Xanthi, that quaint old town and not the eyesore that was later developed by migrants from rural areas. The blending, in those days, of a belle époque decorative style with Ottoman minarets gave colour and substance to a community hailing from all corners of the land, and which, incidentally, found itself living in an outlying region, dancing the Charleston in public squares. When I first saw the light of day, I was amazed to notice the number of people that awaited my arrival. (Even later on I never ceased to be amazed, as if they were waiting for me to make a late appearance.) My mother was from Adrianople, the daughter or Konstantinos Arvanitidis, and my father from Myrthio, the prefecture of Rethymnon, Crete. I am the offspring of two people who, as far as I know, never cooperated except when they decided to produce me. That is why I have in me thousands of conflicting elements and every kind of mixed blessing. However, my bourgeois conscience, along with my "European tutelage," so to speak, yielded an impressive result.


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.
           
 Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το '32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.       
Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ' επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ' όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ' απομάκρυναν ύπουλα απ' τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ' το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.
                         
 Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικό του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.             
Το '66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς - ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το '72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του '74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων - μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.
                         
 Από το '75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ' έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ' ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ' αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού , εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.          
Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι :

Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.                          
                          
Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.




Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Ο Μουσικός Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα / Federico Garcia Lorka the musician

Federico García Lorca
Federico García Lorca is possibly the most important Spanish poet and dramatist of the twentieth century. García Lorca was born June 5, 1898, in Fuente Vaqueros, a small town a few miles from Granada. His father owned a farm in the fertile vega surrounding Granada and a comfortable mansion in the heart of the city. His mother, whom Lorca idolized, was a gifted pianist. After graduating from secondary school García Lorca attended Sacred Heart University where he took up law along with regular coursework. His first book, Impresiones y Viajes (1919) was inspired by a trip to Castile with his art class in 1917.
 

Το εξώφυλλο του CD
"Ciguenas musicales,
amantes de las campanas..
! Oh, qué pena tan grande
Que no podeis cantar!...
! Oh pàjaros derviches
llenos de sonolencia…!"[1]
Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό ποίημα του Φ.Γ.Λόρκα με τον τίτλο “Cigüeñas musicales” («Τα λελέκια της Αβίλα»). Και αν εκπλήσσει το «αυτοβιογραφικό» είναι γιατί το 1916 που γράφτηκε αυτό το ποίημα ήταν η χρονιά που ο ποιητής έβαλε οριστικό τέλος στο όνειρο του να γίνει μουσικός. Γιατί, ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα πριν γίνει ο μεγάλος ποιητής της Ισπανίας υπήρξε μουσικός, δεξιοτέχνης πιανίστας, συνθέτης και λιμπρετίστας που με τις μουσικές επιδόσεις του ακουμπούσε τα βαθιά ριζωμένα στην ισπανική ψυχή συναισθήματα, αυτά που περιέγραψε και στο ποίημά του Κάντε Χόντο «εκτοξεύοντας τις χρυσές του σαϊτες που καρφώνονται στην καρδιά.»[2]

1. Ο μουσικός Φ.Γ.Λόρκα
Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936) γεννήθηκε κοντά στη Γρανάδα, στο Φουέντε Βακέρος, και παρά τα κοσμοπολίτικα βιώματά του (έζησε στη Μαδρίτη, το Παρίσι, τη Ν.Υόρκη, κά) δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τη γενέθλια γη του.
Έζησε σε εύπορο οικογενειακό περιβάλλον και μουσικά καλλιεργημένο.
Η μητέρα του Βιθέντα λάτρευε την κλασική μουσική, ενώ ο πατέρας του Φεδερίκο με το θείο του Λουίς είχαν φτιάξει το θίασο θαρθουέλας “Las Campanadas” όπου έπαιζαν πιάνο και κιθάρα ενώ ο Φεδερίκο υποδυόταν το ρόλο ενός μικρού παιδιού.[3]
Ο Λόρκα είχε πει πως από τον πατέρα του πήρε το «πάθος» της μουσικής και πως η παιδική του ηλικία ταυτιζόταν με την εκμάθηση γραμμάτων και τραγουδιών πλάι στη μητέρα του.[4]
Το πρώτο πιάνο του Φ.Γ.Λόρκα, δώρο του πατέρα του, ήταν ένα «γυαλιστερό, μαύρο μικρό πιάνο με ουρά» που το λάτρεψε τόσο ώστε του «εξομολογήθηκε» γραπτά πως «σε αγαπώ περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο… <Είσαι σαν> μία γυναίκα που κοιμάται συνεχώς και για να την ξυπνήσει κάποιος, θα πρέπει να είναι γεμάτος μελωδίες και θλίψη.» [5]
Δύο ήταν οι μουσικοί που συνέβαλαν στις μουσικές επιδόσεις του Φ.Γ.Λόρκα. Ο δάσκαλός του στο πιάνο Αντόνιο Σεγούρα Μέσα (1842-1916)[6] και ο συνθέτης Μανουέλ ντε Φάγια (1876-1946). 

Φωτογραφία από το CD
Ο Σεγούρα, σύμφωνα με τον Λόρκα, τον «μύησε» στη μεθοδική μελέτη της παραδοσιακής μουσικής, ενώ ο ντε Φάγια ανέπτυξε την αγάπη του για τη λαϊκή μουσική. Ο Λόρκα λάτρευε τον ντε Φάγια. «Είναι ένας άγιος, έλεγε. …Δεν τιμώ κανένα όπως τιμώ τον ντε Φάγια …»[7]
Ο Λόρκα αποδείχτηκε ταλαντούχος πιανίστας και η μουσική έγινε η διάλεκτός του. Στο πιάνο βρήκε τον μοναδικό τρόπο που μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο. Ο ίδιος έλεγε ότι κατά την εφηβεία του «εισήλθε στην ανώτερη τάξη της μουσικής και φόρεσε τα άμφια του πάθους της.»[8] Ήθελε να μιμηθεί τον Μπετόβεν γιατί ήταν μεγαλοφυΐα επειδή είχε μεταφράσει τη ζωή του σε μουσική γλώσσα και είχε μεταδώσει μέσω του ήχου το «οδυνηρό τραγούδι του ανέφικτου έρωτα».
Επηρεασμένος από τον Α. Σεγούρα που απέδιδε σημασία στο έργο αυτό καθεαυτό και όχι στην απήχηση που είχε στο κοινό, ο Λόρκα στόχευσε να σταδιοδρομήσει ως μουσικός και γι’αυτό ζήτησε από τον πατέρα του να πάει να σπουδάσει μουσική αλλά αυτός αρνήθηκε. Δεν ήταν πρόθυμος να χρηματοδοτήσει σπουδές που σύμφωνα με τη δική του αντίληψη δεν επρόκειτο να αποφέρουν εισοδήματα στο γιο του!
Απελπισμένος, ο Φ.Γ.Λόρκα έβαλε οριστικό τέλος στη μουσική σταδιοδρομία του.
Στο «Αυτοβιογραφικό σημείωμα» του από τη Νέα Υόρκη, το 1929, ο Λόρκα αναφέρθηκε, αποστασιοποιημένα, σ΄αυτή τη στιγμή της ζωής του: «Αφού οι γονείς του του απαγόρεψαν να πάει στο Παρίσι για να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές του και ο δάσκαλος του της μουσικής είχε πεθάνει, ο Γκαρθία Λόρκα έστρεψε τη δημιουργική ορμή του στην ποίηση.»[9]
Αλλά και την ποίησή του ο Λόρκα την αντιλήφθηκε ως μουσική. Οι περιγραφές τον θέλουν όταν απήγγειλε τα ποιήματά του σε τρίτους, να χειρονομεί, να τραβάει και να αυξομειώνει με τη φωνή του το μήκος μερικών στίχων και να παίζει με τις λέξεις «σαν να ήταν ακορντεόν».[10] Ακόμη, πολλοί από τους τίτλους των ποιητικών συλλογών του ήταν μουσικοί, π.χ. «Πρώτα Τραγούδια», «Τραγούδια», «Τσιγγάνικο τραγουδιστάρι». Καμία άλλη λέξη δεν επαναλαμβάνεται στο έργο του Λόρκα τόσο συχνά όσο το «τραγούδι» ή οι μουσικοί όροι π.χ. μαδριγάλι, villancico[11], σουίτα, νοτούρνο, σερενάτα, ρομάντζα κά. Επίσης, πολλές από τις μπαλάντες, τους στίχους του φλαμένκο ή τα ερωτικά τραγούδια που ο Λόρκα άκουγε στο χωριό του επανεμφανίζονται με κάποια μορφή στο λογοτεχνικό έργο του, «γιατί είμαι πάνω απ’όλα μουσικός» είχε πει σε μία συνέντευξή του.[12]

Ακόμη και στο Πανεπιστήμιο, φοιτητής πλέον της νομικής[13], ο Λόρκα θεωρείτο πρωτίστως ταλαντούχος νεαρός πιανίστας, για τον οποίο όλοι, φίλοι και δάσκαλοι, προέβλεπαν μία σταδιοδρομία διακεκριμένου μουσικού. Τα βράδια, πήγαινε συχνά στο σαλόνι της Εστίας, όπου συγκεντρώνονταν οι φοιτητές, και συζητούσε, απήγγειλε ποιήματα ή έδινε αυθόρμητα ρεσιτάλ, παίζοντας Σοπέν, Μότσαρτ, Ντεμπισί και Ραβέλ. Ο ποιητής και ζωγράφος Μορένο Βίγια (1887-1955) στην «Αυτοβιογραφία» του που εκδόθηκε στο Μεξικό το 1944 θυμόταν: «τα δάκτυλά του ήταν ηλεκτρισμένα. Σου «έδινε την εντύπωση ότι η μουσική ξεπηδούσε από μέσα του, αυτή η μουσική ήταν η πηγή της δύναμής του, το σαγηνευτικό του μυστικό». «Παίξε Σούμαν» φώναζε κάποιος, και ο Λόρκα αυτοσχεδίαζε επιτόπου ένα απόσπασμα που θύμιζε Σούμαν. Κάποιος άλλος ζητούσε ένα λαϊκό τραγούδι, και ο Λόρκα σήκωνε το κεφάλι, έγερνε πίσω, άπλωνε τα χέρια, χαμογελούσε και άρχιζε να παίζει. Η φωνή του ήταν τραχιά, γήινη. Παρατήρησε κάποτε ότι τραγουδούσε όπως τα «χωριατόπεδα που σπρώχνουν τα βόδια τους.» Έπαιζε το ένα τραγούδι μετά το άλλο. Ανάμεσα στα κομμάτια, κουβέντιαζε, έλεγε ευφυολογήματα και σκούπιζε τα χείλη του με ένα μαντήλι.[14] Και ο Μ.Βίγια σχολίαζε: «Κάποιοι διαισθάνονταν την αδυναμία του Λόρκα και κρατούσαν αποστάσεις. Ωστόσο, όταν άνοιγε το πιάνο και άρχιζε να τραγουδά, κάθε αντίσταση ήταν μάταιη.» [15]
Το 1915, σε ηλικία 17 ετών, ο Λόρκα υπό την καθοδήγηση του Α.Σεγούρα άρχισε να συνθέτει κάποια έργα όπως π.χ. τα πέντε τραγούδια της Αλμπαϊσίν, μία τσιγγάνικη ζάμπρα και μία θαρθουέλα που όμως έχουν χαθεί.[16]

Το 1918, έγραψε ένα στοχαστικό δοκίμιο με τον τίτλο «Κανόνες στη Μουσική». Εκεί καταπιάστηκε με τους κανόνες της δημιουργικής έκφρασης, το ρόλο του κριτικού, την πλήρη ενότητα των διαφόρων τεχνών και τη σχέση μεταξύ του καλλιτέχνη και του κοινού του. Οι κανόνες, υποστήριζε ο Λόρκα, φτιάχνονται κυρίως για τις μετριότητες. Παρόλο που είναι σημαντικό για κάποιον να γνωρίζει τους κανόνες στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του, τελικά ο καλλιτέχνης πρέπει να τους απαρνηθεί, επειδή η τέχνη αναβλύζει από τη ψυχή, όχι από τους προϋπάρχοντες κώδικες και ανέφερε ως παράδειγμα τα πρότυπά του, τον Μπετόβεν και τον Βάγκνερ, άνθρωποι που είχαν παραβεί τους κανόνες και γι’αυτόν ακριβώς το λόγο μεγαλούργησαν. Και συνέχιζε: «με τις λέξεις, λέμε πράγματα ανθρώπινα. Με την μουσική, εκφράζουμε αυτά που κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ούτε μπορεί να προσδιορίσει αλλά που ωστόσο υπάρχουν απαραίτητα στον καθένα από εμάς. Η μουσική είναι η φυσική τέχνη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το αιώνιο πεδίο των ιδεών.» [17]
Το καλοκαίρι του 1921, ο Λόρκα δημοσίευσε την πρώτη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο «Libro de Poemas» όπου είχε ταξινομήσει τα ποιήματά του θεματικά σε σουίτες που είχαν μουσικούς τίτλους π.χ. «Έξι καπρίτσια», «Βινιέτες Φλαμένκας» κά.
Το καλοκαίρι του 1922, θέλοντας να εντρυφήσει στην ισπανική παράδοση έμαθε κιθάρα και φλαμένκο κοντά σε δύο τσιγγάνους. Αμέσως μετά έγραψε σ’ένα φίλο του: «το φλαμένκο είναι μία από τις γιγαντιαίες δημιουργίες του ισπανικού λαού…»[18]
Το 1923 έγραψε το λιμπρέτο της όπερας με τον τίτλο «Lola la comediante» με προοπτική να μελοποιηθεί από τον ντε Φάγια. Αν και οι πρώτες νότες γράφτηκαν, ο ντε Φάγια δεν την ολοκλήρωσε ποτέ.

2. Τα “Cante Jondo” και η «Συλλογή με τα Λαϊκά Ισπανικά Τραγούδια»
Ο Φ.Γ.Λόρκα και οι φίλοι του αγαπούσαν πολύ τη Γρανάδα. Κάθε βράδυ, το 1921, συγκεντρώνονταν σε μια ταβέρνα εντός της Αλάμπρα, για να ακούσουν ένα είδος ανδαλουσιανού τραγουδιού που συνδεόταν συνήθως με τους τσιγγάνους, τα «Κάντε Χόντο». Ο ντε Φάγια που ήταν παθιασμένος με την πολιτιστική παράδοση των τσιγγάνων πρότεινε να διοργανώσουν ένα εθνικό φεστιβάλ «Κάντε Χόντο». Γι’αυτό το σκοπό, ο Λόρκα και ο ντε Φάγια ταξίδεψαν σε χωριά της Ανδαλουσίας αναζητώντας γνήσια παραδοσιακά τραγούδια. Και όταν τα βρήκαν, οργάνωσαν τον Ιούνιο του 1922 στη Γρανάδα το 1ο Φεστιβάλ «Κάντε Χόντο» με πολύ μεγάλη επιτυχία.
Με την Ενκαρναθιόν Λόπεθ Χούλβεθ (Φωτο από το CD)
Έκτοτε, ο Λόρκα επικέντρωσε όλη την προσοχή του στη λαϊκή ισπανική τέχνη γιατί θεωρούσε τα λαϊκά τραγούδια «θαυμάσια ποίηση» και την εκδήλωσε μεταξύ άλλων με την μεταγραφή και διασκευή 12 ισπανικών τραγουδιών, από την ενδοχώρα της Ανδαλουσίας, για πιάνο και φωνή τα οποία εμπιστεύθηκε στη γνώριμη του μεγάλη καλλιτέχνιδα της εποχής, την τραγουδίστρια και χορεύτρια Ενκαρναθιόν Λόπεθ Χούλβεθ τη γνωστή και ως «Αρχεντινίτα» (1898-1945).
Τα τραγούδια με τον τίτλο «Coleccion de Canciones Populares Espanolas» ηχογραφήθηκαν τον Μάρτιο του 1931 με τον Λόρκα να παίζει στο πιάνο και την «Αρχεντινίτα» να τα ερμηνεύει παίζοντας και τις καστανιέτες. (σημ. στο δεύτερο τραγούδι του δίσκου υπάρχει και συνοδεία ορχήστρας).
Τα τραγούδια αυτά, είναι :
1. Zorongo Gitano
2. Anda jaleo
3. Sevillanas del siglo XVIII
4. Los cuatro muleros
5. Nana de Sevilla
6. Romance Pascual de los Pelegrinitos
7. En el Café de Chinitas
8. Las morillas de Jaen
9. Romance de los mozos de Monleon
10. Las tres hojas
11. Sones de Asturias
12. Aires de Castilla



Όπως σημειώνει ο Γ.Ε.Παπαδάκης[19], τα τραγούδια αυτά παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την εναρμόνισή τους. «Θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς μία σχεδόν αντιφατική στάση του Λόρκα ανάμεσα στις απόψεις του για την αξία του προγονικού θησαυρού, που δεν πρέπει να νοθεύεται, και στην αντίληψή του για την εναρμόνιση, η οποία σε μερικές περιπτώσεις είναι σχεδόν επαναστατική.»
Αρχικά, τα τραγούδια αυτά ηχογραφήθηκαν από την εταιρεία His Master’s Voice σε πέντε δίσκους διαμέτρου 25 εκ. και 78 στροφών, με ένα τραγούδι ανά πλευρά Η συνύπαρξη του Λόρκα και της «Αρχεντινίτα» σ’αυτό το έργο είναι ιστορική και η μοναδική διασωζόμενη εκείνης της συνεργασίας.
Το κοινό υποδέχθηκε με ενθουσιασμό τα τραγούδια αυτά και έκτοτε και έως το τέλος της σταδιοδρομίας της η «Αρχεντινίτα» έστησε επάνω σ’αυτά το ρεπερτόριό της και τα έκανε γνωστά όχι μόνο στην Ισπανία και σε όλη την Ευρώπη αλλά και την Αμερική. Μάλιστα, η ερμηνεία των τραγουδιών είχε τέτοια απήχηση ώστε κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου δύο από αυτά τα τραγούδια, τα «Anda jaleo» (Το κυνήγι) και «Los cuatro muleros» (Τέσσερα παλικάρια), ερμηνεύονταν από το στρατόπεδο των δημοκρατικών με παραφρασμένους στίχους.
Μετά τον Πόλεμο, το σύνολο του έργου του Λόρκα αποσιωπήθηκε. Την ίδια τύχη είχαν και τα «Canciones Populares Espanolas» που άρχισαν να ακούγονται ξανά λίγο πριν το τέλος του 20ου αι. μέσα από τις ερμηνείες που τους έδωσαν καλλιτέχνες όπως οι Teresa Berganza, Joaquin Diaz, Nina de los Peines, Segundo Pastor, Paco de Lucia, κά.

Ξένη Δ. Μπαλωτή
Αθήνα, 23 Οκτωβρίου 2008

Η κ. Ξένη Δ. Μπαλωτή είναι ιστορικός του Πανεπιστημίου της Σορβόννης
Θερμές ευχαριστίες  για την παραχώρηση του άρθρου.

[1] «Μουσικά λελέκια / εραστές των καμπαναριών.
« Ω!, τι μεγάλη λύπη κι’αυτή / να μην μπορείτε να τραγουδήσετε ! …
«Ω! πουλιά δερβίσικα / γεμάτα από αδράνεια…!»
[2] Φ.Γ.Λόρκα: «Ποίημα του Κάντε Χόντο», εκδ. Μέρμηγκας (χ.η.) Παρουσίαση Έλλη Αλεξίου, Απόδοση Κώστας Ζαρούκας
[3]Carlos Fernández Aransay: «Federico García Lorca y la Música», σε http://fp.corocerv.f9.co.uk/English/lorcae.htm
[4]Pedro Vaquero: “La Argentinita, Garcia Lorca and early Popular Songs” στο συνοδευτικό βιβλίο του CD «Coleccion de Canciones Populares Espanolas. Recogidas armonizadase interpretadas por Federico Garcia Lorca (piano)-La Argentinita (voz)». Ηχογράφηση 1931
[5] Λέσλι Στέϊντον: «Λόρκα. Η μπαλάντα μίας ζωής», εκδ.Μεταίχμιο (2006) σελ.42
[6] Στο έργο του Λόρκα «Δόνια Ροσίτα» δίνονται αρκετές λεπτομέρειες για την σταδιοδρομία του Α.Σεγούρα Μέσα
[7]P.Vaquero, όπ.π.
[8] Λ.Στέϊντον, όπ.π., σελ. 41
[9] Ίαν Γκίμπσον: «Λόρκα», εκδ. Μικρή 'Αρκτος (1999), σελ. 73
[10] Λ.Στέϊντον, όπ.π., σελ. 66
[11]Τύπος ισπανικού λαϊκού τραγουδιού προερχόμενο από τις μελωδίες που τραγουδούσαν οι villanos (αγρότες).
[12]Carlos Fernández Aransay, οπ.π.
[13] Περίοδος 1914-1919
[14] Λ.Στέϊντον, όπ.π., σελ.84
[15] Ι.Γκίμπσον, όπ.π., σελ.125
[16]Michèle Ramond : «Le premier livre de Lorca», Παρίσι, εκδ. ΡUΜ (1989), σελ.11
[17]Pedro Vaquero, όπ.π.
[18]Pedro Vaquero, όπ.π.
[19]«Ο μουσικός Φ.Γ.Λόρκα» στο συνοδευτικό βιβλίο του CD «Αφιέρωμα στον Federico Garcia Lorca με τη Μαρία Φαραντούρη – Του φεγγαριού τα πάθη». Ζωντανή ηχογράφηση από το Μέγαρο Μουσικής.

Federico Garcia Lorca "Sevillanas del Siglo XVIII" 
Πιάνο παίζει ο Λόρκα και τραγουδάει η Ενκαρναθιόν Λόπεθ Χούλβεθ (Αρχεντινίτα)


Federico García Lorca y La Argentinita - Nana de Sevilla - Grabación original en pizarra a 78 rpm


"Zorongo Gitano"  Voice and Guitar: Orsika Tóth, Castanuelas: Károly Babos


Σύγχρονη εκτέλεση του "Zorongo Gitano" Cante: Carmen Linares, Toque: Paco Cortes y Migel Angel Cortes
Add-on recording Constantin Sharoudin, St.Peterbourg, Russia

 
Το «Zorongo Gitano» είναι ένα δημοφιλές τραγούδι που διασώθηκε στο χρόνο από τον ποιητή Federico Garcia Lorca, ο οποίος κατέγραψε με την τραγουδίστρια Encarnación López «Argentinita» το 1931, μαζί με άλλους ανώνυμους, δημοτικά τραγούδια, όπως «Anda Jaleo»,  «Tarara», «Café de Chinitas».

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Fortino Samano Moments before His Execution



Fortino Samano was a leader of the rebel forces during the Mexican Revolution. He was executed by a Federal firing squad in 1917. We know nothing about him, though. All we have is a picture. This is the story of the picture. His only picture...
There´s a photograph showing the magical instant that never ends: Fortino Samano is just waiting for the bullets, the big brimmed hat still projects a shadow over the eyes in calm. He´s facing the death nibbling at the last cigar.
Photograph by Augustin Victor Casasola  (Mexican, 1874–1938)
Fortino Samano, υπολοχαγός του στρατού του Emiliano Zapata, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ήταν ηγέτης των ανταρτών κατά τη διάρκεια της μεξικανικής επανάστασης. Η φωτογραφία είναι του Augoustin Victor Casasola (1874-1938) και την τράβηξε λίγο πριν τον γαζώσουν οι σφαίρες του ομοσπονδιακού εκτελεστικού αποσπάσματος του Μεξικού, το 1917.  Η φωτογραφία, που είναι και η μοναδική τού  Fortino Samano, βρίσκεται στο "The Metropolitan Museum of Art" της Νέας Υόρκης. Δυο χρόνια αργότερα, στις 10 Απριλίου 1919, δολοφονήθηκε ο Αιμιλιάνο Ζαπάτα σε ενέδρα από τα κυβερνητικά στρατεύματα. Το όνομα Samano το συναντήσαμε για πρώτη φορά στον τελευταίο δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου "Ο Σαμάνος". Από το χαμόγελο του Samano μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, εμπνεύστηκε ο Παπακωνσταντίνου το τραγούδι, που είναι και ο γενικός τίτλος του δίσκου, αυτό το χαμόγελο τού άγνωστου μαγκίτη που φρόντισε να συγκεντρώσει όλη του την αγωνία (;), για το αναπόφευκτο τέλος, μόνο στον τρόπο που δάγκωνε το πούρο. Σα να τους έλεγε: "Τελειώνετε ρε κοπρίτες, τραβάτε τη σκανδάλη".
Ο βραζιλιάνος φωτογράφος Sebastiao Salgado έβαλε, χρόνια πριν, τη λεζάντα στη φωτογραφία, γράφοντας: «Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο πριν από την εκτέλεσή του. Βλέπουμε, σημείωνε ο Σαλγκάδο, έναν άνθρωπο σε ειρήνη με τον εαυτό του και με τον θάνατο».
Σπάνια συμβαίνει , η αναμέτρηση με το θάνατο, να αντιμετωπίζεται με αυτό το μάγκικο ύφος. Βέβαια αυτή τη στάση, τη συναντάμε και στην ελληνική ιστορία, όταν χιλιάδες αγνωνιστές της Εθνικής Αντίστασης βρέθηκαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα και αντιμετώπισαν με περίσσιο θάρρος τα βόλια του κατακτητή. (Νίκος Μπελογιάννης, Ναπολέων Σουκατζίδης, Ηλέκτρα Αποστόλου κ.ά.). Από την πρόσφατη αυτή ιστορία, εμπνεύστηκε  και ο Κώστας Βίρβος το τραγούδι "Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια".

"Ο Σαμάνος" Θ. Παπακωνσταντίνου και Δ.Σαββόπουλος

                                                                      
Ο Σαμάνος
Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει και σκέφτεται:
"Είμαι ότι δεν έζησα, είμαι η βροχή που θα 'ρθει
να δροσίσει άγνωστων γυναικών το κορμί.
Βράδυ στα κρεβάτια τους πως στενάζουν ξαναμμένες
ποιος Σαμάνος έφερε τούτη τη βροχή..."

Ο στρατιώτης με τ'όπλο σημαδεύει και σκέφτεται:
"Με μια κίνηση απλή θα του κλέψω ότι έχει ζήσει
είμαι ένας μικρός θεός, είμαι ένα στοιχειό.
Πάνω από το αίμα του αύριο εδώ την ίδια ώρα
ερπετά θα σέρνονται όπως κάνω κι εγώ..."

Το τελευταίο τσιγάρο κι εκείνο σκέφτεται:
"Θα γίνω γέλιο να κρυφτώ σε παιδιά που ξεφαντώνουν
ο καιρός θα χάνεται ώσπου κάποιο απ' αυτά
θα φωνάξει "Λιμπερτά!" κι όπως θα κοιτάει τις κάνες
θα βρεθώ στα χείλη του σαν τσιγάρο ξανά".

Σύνδεσμος OISTROS


 Tο μοναδικό βιογραφικό στοιχείο που βρήκα στο διαδίκτυο, είναι ένα βίντεο και ένα ποίημα αφιερωμένο στον Fortino Samano. Παντού η ένδειξη "Αγνώστων λοιπών στοιχείων".



There´s a photograph showing the magical instant that never ends:
Fortino Samano is just waiting for the bullets,
the big brimmed hat still projects a shadow over the eyes in calm.
He´s facing the death nibbling at the last cigar.
The wild horses gallop flat out by the plains
too many far away for one more ride,
Zapata blows the ball of the Revolution
and nobody can turn the sight,
nobody can stop the time.
The dice of destiny have been thrown
and Fortino Samano is just waiting for the bullets.
He stands before the unfeeling rifles with hands into the pockets
And the nameless executioners don´t understand his smiling face
Good bye tequila, rebel women good bye
Are there any canteen at the other side?
What does a man feel between life and death?
What he feel is dust in the wind
The bullets can knock down his human reality
But nothing can knock down his name.
Fortino Samano is just waiting for the bullets
He´s not yet thirty years old
He´s unblindfolded, facing to the death
While shines the ash of the last cigar.
The legend goes something new each day.

Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια (Χ. Λεοντή-Κ. Βίρβου) με τον Λάκη Χαλκιά



Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια
τον ήλιο π' ανατέλλει να χαρώ
κι αν κάνετε τα στήθια μου κομμάτια
εσείς πεθαίνετε κι όχι εγώ.

Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια
δεν σκιάζομαι τα βόλια τα σκληρά,
πηγαίνω στα ουράνια παλάτια
να στείλω στους ανθρώπους τη χαρά.


Καισαριανή, τόπος θυσίας, παιδιά του λαού που άφησαν την τελευταία τους πνοή, χτυπημένα από τα βόλια του κατακτητή. Έπεσαν για την λευτεριά. Παρακολουθείστε το βίντεο για να δείτε τα 200 ονόματα των εκτελεσμένων. Διακόσιοι Έλληνες Fortino Samano! Πόσοι κοινοί αγώνες συνδέουν τους λαούς όλου του κόσμου!!!
"Μπροστά πηγαίνει ο λαός" - Τραγουδάει ο Νίκος Ξυλούρης




Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Αφιέρωμα στον Κώστα Μπαλάφα / Tribute to Kostas Balafas

Kostas Balafas was born in 1920 of peasant parents, in the mountain village of Kypseli, in the prefecture of Arta, Epirus.
We first encounter him as a photographer in Ioannina, where he lived the experience of struggle of the insurgents against the occupying forces and recorded it in an album of photographs published under the title To Andartiko stin Epiro (“The Rebel Army in Epirus”).From 1951 on he worked as an employee for the Greek Public Electricity Company, devoting most of his spare time to photography.
The harsh living conditions of his childhood years and the struggles of the Greek people for independence and a dignified existence, marked him deeply and helped form his photographic style, most movingly and eloquently expressed in his portrayals of the toil and sorrows of the poor and humble, his favorite subjects.
His journeys from time to time on foot, covering almost the whole of Greece, are rendered in his own special way in his photographic recordings.


Ο Κώστας Μπαλάφας γεννήθηκε το 1920 στην Κυψέλη της Άρτας, ορεινό χωριό της Ηπείρου, από γονείς αγρότες.
Στο χώρο της φωτογραφίας τον συναντούμε το 1939 στα Γιάννενα, όπου έζησε τον πόλεμο του 1940 και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση 1941-44. Φωτογράφισε τον ένοπλο αντάρτικο αγώνα κατά των κατακτητών και τον αποτύπωσε στο φωτογραφικό λεύκωμα Το Αντάρτικο στην Ήπειρο. Από το 1951 εργάστηκε στη ΔΕΗ και τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο του τον διέθεσε στη φωτογραφία.
Οι σκληρές συνθήκες ζωής των παιδικών του χρόνων και οι αγώνες του ελληνικού λαού εκείνο τον καιρό για ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια επέδρασαν στον ευρύτερο ψυχισμό του και διαμόρφωσαν το ύφος της φωτογραφικής του δουλειάς, ιδίως σε θέματα κοινωνικού προβληματισμού, τα οποία κυρίως τον απασχόλησαν.

  "Το λόγο έχει ο Κώστας Μπαλάφας"

"Γεννήθηκα σ’ ένα κακοτράχαλο ηπειρώτικο χωριό που λες πως και το ίδιο γεννήθηκε για αγώνες πρώτα με την ίδια τη φύση, για να μπορέσει να επιβιώσει στην κακοτράχαλη γη που γεννήθηκε. Και ένα μεγάλο μαράζι ήταν ο ξενιτεμός. Ξενιτεύτηκα νωρίς κι εγώ για λόγους βιοπορισμού, μόλις τέλειωσα το Δημοτικό, το τέλειωσα και δεν το τέλειωσα. Ήμουν τότε έντεκα χρονών και δούλευα σ’ ένα γαλακτοπωλείο. Πριν πιάσω τη μηχανή, είχα γράψει λίγα πράγματα με το μολύβι σ’ ένα μπλοκάκι, τα βιώματά μου. Επειδή έγραφα και για το αφεντικό μου πράγματα όχι τόσο ευχάριστα, μου σκίσανε το μπλοκάκι και στενοχωρήθηκα πολύ γι’ αυτό, γιατί είχα γενικά όλα μου τα βιώματα, πως έφυγα από το χωριό μου, πως κατέβηκα σε μια πολιτεία όπου είδα φώτα που δεν τα έσβηνε η βροχή και ο αέρας, πως, τέλος πάντων, μπόρεσα να βοηθήσω τον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Στο αφεντικό μου αυτό, είχαν έρθει κάτι συγγενείς του από την Αμερική, ομογενείς, και θεώρησε υποχρέωσή του να τους ξεναγήσει σε διάφορα μέρη. Μια μέρα σκέφτηκαν να ανέβουν στην Πάρνηθα, είπανε, μάλιστα, να πάρουν και μιαν αναμνηστική φωτογραφία. Τότε ήταν τα κουτάκια αυτά τα Brownie της Kodak που στοίχιζαν πολύ φτηνά, ήταν εύκολα στη χρήση, γιατί είχαν aplanar φακό και δεν είχε απαιτήσεις για ειδικούς χειρισμούς. Κάποιος Θα έπρεπε όμως να κρατάει αυτό το κουτί για να φωτογραφηθούν αυτοί, και αγγάρεψαν εμένα. Όταν είδα εγώ ότι αυτό που βλέπω μπροστά μου μπορώ να το αποτυπώσω στο χαρτί, με μάγεψε και είπα «ένα τέτοιο εργαλείο θα’ θελα για να αποτυπώσω τα βιώματά μου και να καταχωρίσω τους ανθρώπους που έζησα και μόχθησα μαζί τους, που έζησα χαρές και λύπες. Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου κάποτε, ώστε με ένα ρολόι και λίγες οικονομίες να αποκτήσω μια μηχανούλα. 
Ήταν μια junior Kodak με 7.7 φακό. Μετά από αυτό αγόρασα μιαν άλλη, πουλώντας τη μηχανή αυτή και πάλι με κάτι οικονομίες πήρα μια Robot. Με τη Robot και μ’ ένα φιλμ που έπεσε κυριολεκτικά από τον ουρανό, μέσα σ’ ένα βομβαρδιστικό ιταλικό που το ‘ριξαν τα αντιαεροπορικά μέσ’ τα Γιάννενα, κατάφερα να συνεχίσω. Έκοβα κομματάκια, γέμιζα τις μπομπίνες κι έτσι φωτογράφισα τον Αγώνα! 
Εμένα, σε όλη μου τη δουλειά, κεντρικός άξονας της θεματολογίας μου είναι ο άνθρωπος και οι
αντιδράσεις του στη ζωή, ο αγώνας του για επιβίωση, και περισσότερο οι άνθρωποι του πόνου, γιατί έχουμε σχηματίσει κακή ιδέα για τον πόνο. Ο πόνος είναι σύμμαχός μας, είναι ο φίλος μας, μας ειδοποιεί πως αν το χέρι μας πονάει, κάτι συμβαίνει εκεί πέρα, και πρέπει να το δούμε. Έπειτα και στην ίδια τη ζωή, ο άξονας της ζωής κινείται μεταξύ πόνου και ανίας. Ή θα πονάς ή θα ανιάς στη ζωή. Επειδή ακριβώς σ’ αυτή την ψυχολογία των ανθρώπων ήθελα πάντοτε να μπαίνω, στο πετσί τους δηλαδή, και να βγάζω κάτι εσωτερικό δικό τους, το ίδιο θέλησα να κάνω κι εδώ, στο Όρος. Ότι θέλω να φωτογραφίσω, γίνεται στη φαντασία μου πρώτα και μετά το παίρνω, δεν παίρνω στην τύχη φωτογραφίες, τακ, τακ, τακ, ετούτο, το άλλο. Παίρνω ορισμένες λειτουργικές ενότητες που με εντυπωσιάζουν, αλλά που έχουν και κάποιο βαθύτερο νόημα. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να πω, ξέρεις, θα κάνω αυτό και αυτό και γι αυτόν το λόγο. Εφόσον βρεθώ στο χώρο όπου το θέμα με συγκινεί, τότε σχηματίζω εικόνες στο μυαλό. Και αυτές τις εικόνες καραδοκώ τη στιγμή και τη θέση που θα τις πάρω. Αγαπάω τον κόσμο και τον κόσμο φωτογραφίζω. Μου έκανε μια κριτική μια εφημεριδούλα στην Έδεσσα, και αναφέρομαι σ’ αυτήν όχι γιατί με κολακεύει, αλλά είναι μια αλήθεια. Λέει σ’ ένα σημείο: «Στο ναό του Κώστα Μπαλάφα να βγάζεις τα παπούτσια σου, γιατί ο φιγούρες του είναι εξαγνισμένες από το μόχθο και τη στέρηση». Και είναι πράγματι έτσι. Όλοι με κατηγόρησαν στην αρχή ότι φωτογραφίζω την αθλιότητα και τη μιζέρια. Δεν έδειχνα σε κανέναν τις φωτογραφίες μου. Πήρα το δικό μου δρόμο, αυτός είμαι. Και νομίζω πως δεν έκανα άσχημα. Το να βγάλεις λίγα χρυσάνθεμα, ακόμα και μια βαρκούλα που κουνιέται, δεν λέει και σπουδαία πράγματα. Εδώ είναι ένας λαός τρανταχτός, που πέρασε δια πυρός και σιδήρου, από το γιαταγάνι του Γιουσούφ αράπη και από το σκοινί του πατρο-Κοσμά. Αυτόν το λαό φωτογραφίζω".
Πηγή: EIKASTIKON

Δείτε το ντοκιμαντερ της ΕΡΤ για τον Κώστα Μπαλάφα. Κλικ ΕΔΩ

ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ (Κλικ στους τίτλους)

Costas Balafas speaks

I was born in a rugged Epirot village, which was as if it had been born itself to struggle first of all with nature itself to be able to survive on the cross-grained land where it was born. And there was a great yearning to go to foreign parts. And I too left home early for the purpose of making a living, as soon as I'd finished elementary school -I finished it and didn't finish it. I was then eleven years old and worked in a dairy. Before I started to use a camera, I'd written a few things in pencil on a pad, my experiences. Because I wrote some things about my boss which were not all that complimentary, they tore up my pad and was very upset about that, because I had there all my experiences, how I left my village, how I went to a city where I saw lights which weren't put out by the rain and the wind, how... anyway, was able to help myself and my family. Some of his relatives came to visit this boss from America, Greek-Americans, and he thought it his duty to give them a guided tour of various parts.
Read more EIKASTIKON


Οι φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα στο YouTube με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι "Ο χορός με τη σκιά μου"