Κείμενο υποδοχής

If I had to choose between music, dance or photography, I would choose all three, for I am enchanted with music, thrilled by dance and redeemed by photography!
Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη μουσική, το χορό και τη φωτογραφία, θα επέλεγα και τις τρεις τέχνες. Η μουσική με μαγεύει, ο χορός με ενθουσιάζει και η φωτογραφία με λυτρώνει!...

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Αφιέρωμα στο Νίκο Γκάτσο / Tribute to Nikos Gatsos

Biography
Nikos Gatsos was born in 1911 in Asea in Arcadia, a district of the Peloponnese, where he finished primary school (dimotiko). He attended high school (gymnasio) in Tripoli, where he became acquainted with literature and foreign languages. Afterwards, he moved to Athens, where he studied literature, philosophy, and history at the University of Athens for two years only. His knowledge of English and French was quite good and he was already familiar with Kostis Palamas, Dionysios Solomos, Greek folk songs, and recent trends in European poetry. In Athens, he came in contact with the literary circles of the day becoming one of the lifelong friends of fellow poet Odysseus Elytis and published his poems, small in extent and in a classic style, in the magazines Nea Estia (1931-32) and Rythmos (1933). During that period he also published criticism in Makedonikes Imeres (Μακεδονικές Ημέρες), Rythmos (Ρυθμός), and Nea Grammata (Νέα Γράμματα) (for Kostis Bastias, Myrtiotissa, and Thrasos Kastanakis, respectively).
In 1935 he lived in France, in Paris and the South of France.
In 1936 he met Odysseus Elytis, his "brother" in poetry.
In 1943, Aetos published his long poem Amorgos, a major contribution to contemporary Greek poetry notable especially for its combination of surrealism with traditional Greek folk poetry motifs. He subsequently published three more poems: "Elegeio" (1946) in Filologika Chronika, "The Knight and Death" (Ο ιππότης κι ο θάνατος) (1947), and "Song of Old Times" (Τραγούδι του παλιού καιρού) (1963), dedicated to Yorgos Seferis, in Tachydromos magazine.
After World War II, he worked with the Greek-British Review as a translator and with the Ellinikí Radiofonía as a radio director. During that period he also began writing lyrics for the music of Manos Hadjidakis, opening a brilliant career in modern Greek songwriting. In due course he also collaborated with Mikis Theodorakis and other notable composers.
His work as a whole combines universal poetic themes such as the problems of evil, injustice, sacrifice, and the pains of love, with more specifically Greek concerns such as the sorrows of exile.
His capability to hamdle language with accuracy led the "Art Theatre", the "National Theatre" and the "Popular Theatre" of Greece to entrust him with translations of various plays -translations that became "legendary"- first and foremost being "Blood Wedding" by Federico Garcia Lorca.
He had a special relationship with Manos Hadjidakis and Nana Mouskouri. His British friends were Philip Sherrard, Peter Levi and Peter Jay, and his Irish friend, Desmond O'Grady.
He died in Athens on 12 May 1992.
 Wikipedia 



Βιογραφία
Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1911, στην Ασέα Αρκαδίας από τους αγρότες Γεώργιο Γκάτσο και Βασιλική Βασιλοπούλου. Σε ηλικία πέντε ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, ο οποίος, από τους πρώτους μετανάστες στην Αμερική, πέθανε στο πλοίο και τον πέταξαν στον Ατλαντικό.
Τέλειωσε το Δημοτικό στην Ασέα και το Γυμνάσιο στην κοντινή Τρίπολη, όπου γνώρισε τα λογοτεχνικά βιβλία, τις μεθόδους αυτοδιδασκαλίας ξένων γλωσσών, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έτσι, όταν το 1930 μετέβη στην Αθήνα για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (διέκοψε μετά το δεύτερο έτος), ήξερε αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά, είχε μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι και παρακολουθούσε τις νεωτεριστικές τάσεις στην ποίηση της Ευρώπης.
Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του και την αδερφή του και άρχισε να έρχεται σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του, μικρά σε έκταση και με κλασικό ύφος, στα περιοδικά "Νέα Εστία" (1931-32) και "Ρυθμός" (1933). Την ίδια περίοδο δημοσίευσε κριτικά σημειώματα στα περιοδικά "Μακεδονικές Ημέρες", "Ρυθμός" και "Τα Νέα Γράμματα" (για τον Κωστή Μπαστιά, την Μυρτιώτισσα και τον Θράσο Καστανάκη αντίστοιχα), ενώ αργότερα συνεργάστηκε με τα "Καλλιτεχνικά Νέα" και τα "Φιλολογικά χρονικά". Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Οδυσσέα Ελύτη το 1936. Συνδέθηκε με το ρεύμα του ελληνικού υπερρεαλισμού.
Το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε όσο ζούσε είναι η ποιητική σύνθεση "Αμοργός" (Αετός, 1943), η οποία θεωρείται κορυφαία δημιουργία του ελληνικού υπερρεαλισμού με τεράστια επίδραση στους νεότερους ποιητές. (Δες: Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες Μεταπολεμικοί Συγγραφείς, Εκδ. Πατάκη,1995). Έκτοτε δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το "Ελεγείο" (1946, περ. Φιλολογικά Χρονικά) και το "Ο ιππότης κι ο θάνατος" (1947, περ. Μικρό Τετράδιο), που από το 1969 και μετά περιέχονται στο βιβλίο "Αμοργός", και το "Τραγούδι του παλιού καιρού" (1963, περ. Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη.
Ο Γκάτσος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μετάφραση θεατρικών έργων, κυρίως για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου. Αφορμή υπήρξε το έργο "Ματωμένος γάμος" του Ισπανού ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, που το μετέφρασε το 1943, εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 1945 και ανέβηκε από τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης το 1948. Μετέφρασε δύο ακόμη θεατρικά έργα του Λόρκα, "Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα" (1954) και "Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα" (1959), και όλα μαζί με τις μεταφράσεις των ποιημάτων "Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας" και "Παραλογή του μισούπνου" από το 1990 και μετά εκδίδονται συγκεντρωμένα στον τόμο: Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, "Θέατρο και ποίηση", απόδοση Νίκου Γκάτσου. Μετέφρασε, επίσης, επτά μονόπρακτα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς (1955-59), τη "Φουέντε Οβεχούνα" του Λόπε δε Βέγα (1959), τον "Ιώβ" του Άρτσιμπαλντ Μακ Λης (1959), τον "Πατέρα" του Αυγούστου Στρίντμπεργκ (1962), το "Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα" του Ευγένιου Ο΄Νηλ (1965) και άλλα που εκδίδονται σταδιακά από τις Εκδόσεις Πατάκη. Παράλληλα και για βιοποριστικούς λόγους συνεργάστηκε με την "Αγγλοελληνική επιθεώρηση" ως μεταφραστής και με την Ελληνική Ραδιοφωνία ως μεταφραστής, διασκευαστής και ραδιοσκηνοθέτης.
Η μεγάλη συνεισφορά του Γκάτσου, ωστόσο, είναι στο τραγούδι ως στιχουργού. Έφερε την ποίηση στον στίχο και κατάφερε να δώσει, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Συνεργάστηκε, επίσης, με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Χριστόδουλο Χάλαρη, καθώς και με νεώτερους συνθέτες. Γράφοντας συνήθως πάνω στη μελωδία, με πρώτο το "Χάρτινο το φεγγαράκι", μίλησαν στις καρδιές του κόσμου πολλά μεμονωμένα τραγούδια του, καθώς κυκλοφορούσαν σε δισκάκια 45 στροφών, αλλά και ως αυτούσιοι κύκλοι όπως η "Μυθολογία" (1965), το "Ένα μεσημέρι" (1966), η "Επιστροφή" (1970), το "Σπίτι μου σπιτάκι μου" (1972), οι "Δροσουλίτες" 1975, η "Αθανασία" (1976), "Τα παράλογα" (1976), το "Ρεμπέτικο" (1983), η "Ενδεκάτη εντολή" (1985) ή οι "Αντικατοπτρισμοί" (1993). Το σύνολο του στιχουργικού του έργου βρίσκεται συγκεντρωμένο στον τόμο "Όλα τα τραγούδια" (εκδ. Πατάκη, 1999).
Ποιήματα και στίχοι του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Δανέζικα, Ισπανικά, Ιταλικά, Καταλανικά, Κορεατικά, Σουηδικά, Τουρκικά, Φινλανδικά.
Το 1987 τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του, ενώ το 1991 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης για τη συμβολή του στη διάδοση της ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα.
Ο Νίκος Γκατσος πέθανε στις 12 Μαϊου 1992.
Βικιπαίδεια



Μουσικη: Μάνος Χατζιδάκις - Τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης

Τω καιρώ εκείνο ο ακμαιότερος κλάδος της πελασγικής δρυός εκάλυπτε τρεις οικισμούς πέριξ του μυστηριώδους Βράχου της Ακροπόλεως.
Αλλά μετά τα δραματικά γεγονότα της Μεσοποταμίας, τα οποία οδήγησαν εις την έξωσιν των πρωτοπλάστων εκ της κοιλάδος του Τίγρεως και προεκάλεσαν  σύγχυσιν εις τας φρένας των ανθρώπων, οι οικισμοί των Αθηνών ήρχισαν να πληθύνονται παραλόγως.
Αποτέλεσμα υπήρξεν η αλματώδης επέκτασις της πόλεως και η δημιουργία του λεγομένου άστεως, το οποίο κατά τους αρχαιοπλήκτους ιστορικούς μεγαλούργησε και περιεβλήθη την αίγλην της αιωνιότητος.
Επίσκοποι και προεστοί
κατακτητές και στρατηλάτες
επαναστάτες και αστοί
της ιστορίας οι πελάτες.

Αλλά οι αρχαίοι Θεοί, εν τη μερίμνη των δια τα υπόλοιπα πελασγικά φύλα, απεφάσισαν την βαθμιαία κατάρρευσιν των Αθηνών ως ηγέτιδος πόλεως και την απαλλαγήν του Ελληνισμού, ως εθνικού πλέον συνόλου, εκ των κινδύνων του συγκεντρωτισμού. Κατά τους επόμενους μακρούς αιώνας
κατεβλήθησαν αρκεταί προσπάθειαι δια την αναβίωσιν του παλαιού άστεως, αλλ' αύται απέβησαν άκαρποι. Ευτυχώς δε, διότι κατά την νεωτέραν και σκληροτέραν δοκιμασίαν του γένους, η εκ νέου κυριαρχία των Αθηνών θα απεδυνάμωνε τας κορυφάς και τας πεδιάδας της πελασγικής γης, αι οποίαι διεμόρφωσαν την οριστικήν φυσιογνωμίαν της φυλής και κατηύγασαν δι' ανεσπέρου φωτός τους ομιχλώδεις ορίζοντας της περιδεούς ανθρωπότητος.

Στο Σούλι και στην Αλαμάνα
κάναμε φως τη συμφορά
θα μας θυμούνται τάχα μάνα
καμμιά φορά;

Ματαία ελπίς. Ουδείς τους ενεθυμήθη ως ζώσας αιωνιότητας, ουδείς τους κατενόησεν εις τας πραγματικάς των διαστάσεις. Και αι Αθήναι, καταστάσαι πρωτεύουσα νεοπαγούς κράτους, ήρχισαν να προετοιμάζονται δια την εκ νέου απορρόφησιν της ικμάδος του έθνους.
Αλλά η προγονική κληρονομία δεν είχεν εξ ολοκλήρου σπαταληθή και οι μεταγενέστεροι αδελφοί του μικρού Χορμόπουλου, εκ των Ηπειρωτικών ορέων και εξ όλων των στενωπών της αθανάτου πατρίδος, διέπλευσαν την Αχερουσίαν της μοίρας των με την γαλήνην του μαρτυρίου και της θυσίας.
Και τα βαρβαρικά έθνη ηπόρησαν και κατ' ιδίαν εκάγχασαν- ακριβώς όπως αι Αθήναι.

Χτυπάτε της οργής προφήτες
καμπάνα στην Καισιαριανή
νά 'ρθουν απόψε οι Διστομίτες
νά 'ρθουν κι οι Καλαβρυτινοί
με σπαραγμό κι απελπισία
για τη χαμένη τους θυσία.

Άραγε είναι αληθές ότι η θυσία των απέβη επί ματαίω;
Ουδείς δύναται να αποφανθή μετά βεβαιότητος και ουδείς δύναται να προεξοφλήση το μέλλον διότι η ιστορία των ανθρώπων είμαι μία συνεχής παλινδρόμησις. Αλλά με την διαρκώς ογκούμενην υπερτροφίαν της Αττικής αι προοπτικαί διαγράφονται σκοτειναί.
Οι αρχαίοι Θεοί δεν υπάρχουν πλέον δια να δώσουν την λύσιν, και ούτω, θάττον η βράδιον, αι Αθήναι θα συγκεντρώσουν εις τους κόλπους των και θα εξαφανίσουν δια παντός την Ελληνικήν αρετήν, ως ο Κρόνος εις το απώτατον παρελθόν κατέτρωγε τα ίδια αυτού τέκνα ή ως ο Ήλιος εις το απώτατον μέλλον θα συγκεντρώσει εις τας αγκάλας του τους πλανήτας του και θα καταβροχθίσει αυτούς!
Γένοιτο! και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.

Πότε θ' ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;
Πότε θα 'ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι
να συνοδεύσουνε την βλακεία
στην τελευταία της κατοικία;






















Αφιέρωμα στο Νίκο Γκάτσο από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού στην Τεργέστη ΚΛΙΚ ΕΔΩ

Αφιέρωμα στο Νίκο Γκατσο 
Τον ονόμασαν ποιητή της μεγαλειώδους έκλαμψης, ανανεωτή της παράδοσης, την πιο αινιγματική μορφή στη νεώτερη ελληνική ποίηση, ποιητή αρχηγέτη, μάγο της ρίμας, ακόμη και χορευτή με φουστανέλες από την Τριπολιτσά. Τον τοποθέτησαν ανάμεσα στους Διόσκουρους της ελληνικής ιδιοπροσωπείας. Η ιδιαιτερότητα του Νίκου Γκάτσου, φαίνεται να ξεκινάει από την Αμοργό. Ακούστε τη συνέχεια του αφιερώματος στο βίντεο (διάρκεια 1 ώρα και 40’).


Αφιέρωμα στο Νίκο Γκάτσο
Μια ξεχωριστή παρέα, που σύχναζε στο πατάρι του Λουμίδη, χαρακτήρισε με τις δημιουργίες της μια ολόκληρη εποχή στην Ελλάδα με εμφανείς επιδράσεις ως τις μέρες μας. Είχε μέλη της τον Οδυσσέα Ελύτη , τον Α. Εμπειρίκο, τον Ν. Εγγονόπουλο, τον Μ. Χατζιδάκι και άλλους.
Σε αυτήν εντάχθηκε και ο ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ, όταν έφτασε στην Αθήνα από την Ασέα Αρκαδίας. Συνέχεια στα δύο βίντεο.



1 σχόλιο:

  1. Ο Ποιητής, στιχουργός και μεταφραστής, ο Νίκος Γκάτσος παραμένει μία ξεχωριστή περίπτωση για τα ελληνικά γράμματα. Με μία μόνο ποιητική σύνθεση στο ενεργητικό του, την περίφημη και αξεπέραστη «Αμοργό», που έγραψε μεσούσης της Κατοχής, θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ποιητές μας που έδωσε ένα ιδιαίτερο και "διαφορετικό χρώμα" στην νεοελληνική ποίηση και στους στίχους του, οι οποίοι μελοποιήθηκαν και δίνουν ξεχωριστή έμφαση στην ιστορία του κάθε τραγουδιού διαφορετικό μουσικό τόνο έντασης, μαγείας, λεπτής ιδιαιτερότητας και παντρεύει το απλό και καθημερινό κομμάτι της ζωής με το απόλυτα ρεαλιστικό, από την απόλυτη ευαισθησία των στίχων του ως το πάθος, δένει έννοιες που ακουμπούν στη ψυχή του κάθε ακροατή. Ανεπανάληπτος, ιδιαίτερος, ξεχωριστός Νίκος Γκάτσος... Πάντα διαχρονικός, απέραντα δοτικός στο έργο του, συνάμα επίκαιρος και αυθεντικός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή